«Όλα τριγύρω αλλάζουν κι όλα τα ίδια μένουν». Ο γνωστός στίχος αποτυπώνει την εκτίμηση της πρώην επικεφαλής οικονομολόγοι του ΔΝΤ, νυν καθηγήτριας του Χάρβαρντ, Γκίτα Γκοπινάθ σε άρθρο της στους Financial Times σχετικά με την επιφανειακή ανάγνωση της παγκόσμιας οικονομίας: η σταθερότητα που δείχνουν οι βασικοί μακροοικονομικοί δείκτες παρά τις έντονες γεωπολιτικές και εμπορικές αναταράξεις είναι απλά απατηλή, γράφει.
Το 2025, αν και χαρακτηρίστηκε από την εκτίναξη των αμερικανικών δασμών στο υψηλότερο επίπεδο εδώ και σχεδόν έναν αιώνα, από τα κινεζικά αντίποινα και από αυξημένη πολιτική αβεβαιότητα, η παγκόσμια ανάπτυξη προβλέπεται στο 3,2%, ακριβώς όσο και στις προβλέψεις ενός έτους νωρίτερα. Ωστόσο, αυτή η εικόνα δεν αντικατοπτρίζει το πραγματικό βάθος των προβλημάτων.
Η Γκοπινάθ υποστηρίζει ότι οι οικονομικές επιπτώσεις τέτοιων σοκ δεν εμφανίζονται άμεσα. Παραπέμπει στο παράδειγμα του Brexit: αν και το αρχικό οικονομικό πλήγμα φάνηκε περιορισμένο, μια δεκαετία αργότερα το Ηνωμένο Βασίλειο εκτιμάται ότι έχει χάσει 6%–8% του ΑΕΠ του σε σχέση με την προ-Brexit πορεία του. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η δομική ζημιά συσσωρεύεται αργά και γίνεται ορατή όταν πλέον δεν μπορεί εύκολα να αναστραφεί.
Η σχετική «ανθεκτικότητα» της παγκόσμιας οικονομίας απέναντι στους δασμούς εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι οι πραγματικοί δασμοί είναι χαμηλότεροι από τους ανακοινωθέντες, λόγω πολυάριθμων εξαιρέσεων. Παρόλα αυτά, το μέσο επίπεδο του 14% συνιστά σοβαρή κλιμάκωση.

Εκρηξη ΑΙ και δημοσιονομικών εξόδων
Οι αρνητικές επιπτώσεις αντισταθμίστηκαν κυρίως από δύο παράγοντες. Ο πρώτος είναι η έκρηξη επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία τροφοδότησε την άνοδο των χρηματιστηρίων και στήριξε την ανάπτυξη στις ΗΠΑ, αλλά και σε εξαγωγικές οικονομίες όπως η Ταϊβάν και η Νότια Κορέα. Ο δεύτερος είναι η έντονα επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, όχι μόνο στις ΗΠΑ αλλά ακόμη περισσότερο στη Γερμανία και την Κίνα, η οποία κάλυψε τις απώλειες από τους δασμούς και δημιούργησε την εντύπωση μιας σταθερής χρονιάς.
Ωστόσο, κάτω από την επιφάνεια, η παγκόσμια οικονομία παραμένει εύθραυστη. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί ο τομέας της Τεχνητής Νοημοσύνης, όπου οι επενδυτές αρχίζουν να αμφισβητούν το χάσμα μεταξύ των υπέρογκων αποτιμήσεων και των πραγματικών αποδόσεων.
Εταιρείες όπως η Meta έχουν δεχθεί πιέσεις λόγω τεράστιων δαπανών για ΑΙ χωρίς αντίστοιχα έσοδα. Παράλληλα, το επιχειρηματικό μοντέλο της ΑΙ αντιμετωπίζει εγγενείς δυσκολίες, καθώς το υψηλό κόστος λειτουργίας σημαίνει ότι οι σημερινές χαμηλές συνδρομές δεν επαρκούν για βιώσιμη κερδοφορία. Παρότι η ΑΙ θεωρείται μετασχηματιστική τεχνολογία, ο κίνδυνος μιας απότομης διόρθωσης, παρόμοιας με τη φούσκα των dotcom, είναι υπαρκτός.

Υπαρκτοί κίνδυνοι
Η υποτιθέμενη ανθεκτικότητα απέναντι στους δασμούς αποδεικνύεται επίσης παραπλανητική. Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους έχει απορροφηθεί από τις αμερικανικές επιχειρήσεις, αλλά και οι καταναλωτές έχουν πληγεί. Οι δασμοί έχουν προσθέσει περίπου 0,7 ποσοστιαίες μονάδες στον πληθωρισμό και έχουν μειώσει το εισόδημα του μέσου αμερικανικού νοικοκυριού κατά 600 δολάρια.
Η Γκοπινάθ εκτιμά ότι η ζημιά θα γίνει πιο εμφανής το 2026, καθώς θα εξασθενήσει η προσωρινή προστασία που προσέφεραν οι εμπροσθοβαρείς εισαγωγές και οι επιχειρήσεις θα μετακυλίσουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους στους καταναλωτές.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Κίνα συνεχίζει να στηρίζεται υπερβολικά στις εξαγωγές, ενώ το νέο πενταετές της σχέδιο κινδυνεύει να ενισχύσει τις διαρθρωτικές ανισορροπίες εις βάρος της εσωτερικής κατανάλωσης. Η Ευρώπη, αν και υπερασπίζεται το σύστημα κανόνων, χρειάζεται βαθιές εσωτερικές μεταρρυθμίσεις για να αυξήσει την παραγωγικότητα και την ελκυστικότητά της. Τέλος, η αποσύνδεση των ΗΠΑ από την ΕΕ θεωρείται κακή στρατηγική, καθώς υπονομεύει τη σταθερότητα του παγκόσμιου συστήματος.
Το 2025 παρουσιάζεται ως χρονιά λανθάνουσας καμπής. Το ερώτημα είναι αν το 2026 θα αποτελέσει την ευκαιρία διόρθωσης, μέσω διεθνούς συνεργασίας, πριν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες γίνουν μη αναστρέψιμες.


































