Μετρίως απαισιόδοξες – καθότι αντικρουόμενες σε ό,τι αφορά την τάση – είναι οι προβλέψεις των ειδικών για την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας την καινούργια χρονιά.
Η Υπηρεσία Εμπορίου και Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNCTAD) προβλέπει επιβράδυνση του παγκόσμιου ΑΕΠ στο 2,6% το 2026 από 2,9% το 2025.
Στο ίδιο μήκος κύματος η Παγκόσμια Τράπεζα προβλέπει οριακή υποχώρηση της ανάπτυξης από το 3,2% στο 3,1% με «μεικτές τάσεις» για την οικονομία. Ειδικότερα για τις ανεπτυγμένες οικονομίες η World Bank προβλέπει ανάπτυξη 1,5% και για τις αναπτυσσόμενες «λίγο χαμηλότερη από 4%». Αντίθετα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) στην πρόσφατη εκτίμησή του εμφανίστηκε πιο αισιόδοξο από όσο ήταν τον περασμένο Απρίλιο, αναθεωρώντας την πρόβλεψή του για ανάπτυξη στο 3,1% από 3% – ευθυγραμμίστηκε δηλαδή με την εκτίμηση του «αδελφού οργανισμού», της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Πιο αισιόδοξοι για τις εξελίξεις εμφανίζονται και οι ειδικοί της Morgan Stanley, που προβλέπουν επιτάχυνση της παγκόσμιας ανάπτυξης από το 3% στο 3,2% το 2026, «προτού αυτή σταθεροποιηθεί το 2027».
Αντίστροφα βλέπει να εξελίσσονται οι τάσεις ο ΟΟΣΑ, που εκτιμά φρενάρισμα της ανάπτυξης στο 2,9% το 2026 από 3,2% το 2025 και επιτάχυνση στο 3,1% το 2027.
Πολιτική η πρόκληση
Σε κάθε περίπτωση, η παγκόσμια οικονομία θα μοιάζει και το 2026 με σχοινοβάτη που ισορροπεί πάνω από την άβυσσο του πολέμου.
Ασφαλώς ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ θα καταβάλει κάθε προσπάθεια για να κερδίσει, επιτέλους, στα τέλη της χρονιάς το Βραβείο Νομπέλ για την Ειρήνη. Αλλά με την εντεινόμενη κούρσα των εξοπλισμών και την κλιμάκωση της πολεμικής ρητορικής μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας, μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ Μόσχας και Κιέβου δεν εγγυάται την αποκατάσταση της ειρήνης στην ήπειρο.
Υπό το πρίσμα αυτό – και αφού προσθέσει κανείς τους κινδύνους αναζωπύρωσης συρράξεων που βρίσκονται σε ύφεση, όπως στη Γάζα, ή την ανάφλεξη νέων πολέμων, όπως μεταξύ Κίνας και Ταϊβάν, Ινδίας και Πακιστάν, ακόμα και μεταξύ ΗΠΑ και Βενεζουέλας – κάθε πρόβλεψη για την ανάπτυξη και τις οικονομικές προκλήσεις της νέας χρονιάς καθίσταται άνευ σημασίας. Θα έλεγε κανείς ότι η πρόκληση είναι μία και είναι πολιτική, όχι οικονομική: να ειρηνέψει ο κόσμος.
Και θα ήταν κοινοτοπία αν παρατηρούσε κάποιος ότι ένας πιθανός νέος πόλεμος ή μια σημαντική κλιμάκωση μιας ήδη σοβούσας σύγκρουσης το 2026 πιθανότατα θα έχει σοβαρές και εκτεταμένες αρνητικές συνέπειες στην παγκόσμια οικονομία.
Εμπορική ασφυξία
Το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός (WEF) κωδικοποίησε τις «βασικές πιθανές οικονομικές επιρροές» μιας πολεμικής κλιμάκωσης γενικευμένης με την εμπλοκή πολλών εθνών ή και περιφερειακής.
Το WEF θυμίζει, για παράδειγμα, ότι περισσότερο από το 80% του παγκόσμιου εμπορίου διακινείται μέσω θαλασσίων οδών.
Μια μεγάλη σύγκρουση σε μια κρίσιμη περιοχή, όπως στην ευρύτερη περιοχή του Ινδικού και Ειρηνικού Ωκεανού ή στην Ευρώπη, θα διατάρασσε τις θαλάσσιες οδούς οδηγώντας σε ελλείψεις προϊόντων, σε καθυστερήσεις στην παράδοση και σε εκτινάξεις του κόστους μεταφοράς, των λιανικών τιμών και του πληθωρισμού.
Οι εταιρείες ήδη αναδιαμορφώνουν τις αλυσίδες εφοδιασμού λόγω των υφιστάμενων εμπορικών εντάσεων, μια διαδικασία που θα επιταχυνόταν και θα γινόταν ακόμα πιο δαπανηρή με ανοιχτή σύγκρουση.
Το Φόρουμ αναφέρεται ειδικότερα στους «κραδασμούς στις τιμές των εμπορευμάτων». Εξηγεί ότι οι πόλεμοι δημιουργούν υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου και διατηρούν τον κίνδυνο έντονων κρίσεων στις τιμές των εμπορευμάτων, ιδίως στην ενέργεια (πετρέλαιο, φυσικό αέριο) και τα τρόφιμα. Αναφέρεται στον αυξημένο πληθωρισμό και στην απειλή του στασιμοπληθωρισμού, σημειώνοντας ότι οι αυξημένες κρατικές αμυντικές δαπάνες θα τροφοδοτούσαν τις πληθωριστικές πιέσεις παγκοσμίως.
Ο συνδυασμός της επιβράδυνσης της οικονομικής ανάπτυξης και της αύξησης του πληθωρισμού θα έφερνε στασιμοπληθωρισμό σε πολλές οικονομίες.
Κερδισμένοι και χαμένοι
Μια εκτεταμένη πολεμική σύγκρουση πιθανότατα θα επιβράδυνε την αύξηση του παγκόσμιου ΑΕΠ σημαντικά κάτω από τις τρέχουσες βασικές προβλέψεις. Η αβεβαιότητα και η κατάρρευση της εμπιστοσύνης για το αύριο θα κατέπνιγαν τις επενδύσεις και τις δαπάνες των νοικοκυριών.
Επιπλέον, οι αγορές μετοχών και κεφαλαίων θα δέχονταν σημαντικά πλήγματα, με πιθανότητα απότομων ρευστοποιήσεων λόγω πανικού. Οι ροές πιστώσεων θα περιορίζονταν για επιχειρήσεις και κυβερνήσεις, τα έθνη θα αύξαναν τους στρατιωτικούς προϋπολογισμούς, μετατοπίζοντας τους εθνικούς πόρους και ενδεχομένως οδηγώντας σε υψηλότερους φόρους ή αυξημένο δημόσιο χρέος.
Αυτός ο αναπροσανατολισμός των δαπανών θα συνοδευόταν από συρρίκνωση των κοινωνικών προγραμμάτων και της κοινωνικής ευημερίας σε όλες τις χώρες, ανεξάρτητα από τον βαθμό και τον τρόπο εμπλοκής τους στον πόλεμο, σημειώνει το WEF. Εξυπακούεται ότι ο κλάδος των όπλων που θα απαιτηθούν για την καταστροφή, όπως και οι επιχειρήσεις που θα εμπλακούν στη μετέπειτα ανοικοδόμηση (συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών), θα επωφεληθούν.
Εν κατακλείδι, το κεντρικό ερώτημα για το 2026 είναι πόλεμος ή ειρήνη. Αλλά αν η πολιτική επηρεάζεται όντως στον βαθμό που φαίνεται ότι επηρεάζεται από τα οικονομικά και επιχειρηματικά λόμπι, τότε το ερώτημα – και η πρόκληση για κυβερνώντες και κυβερνωμένους – έχει να κάνει με τη λειτουργία της δημοκρατίας.
ΠΗΓΗ:ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ



































