Περισσότερα από 7 δισ. δολάρια απέσυραν οι επενδυτές private credit από ορισμένα από τα μεγαλύτερα επενδυτικά κεφάλαια της Wall Street τους τελευταίους μήνες του 2025, καθώς εντείνονται οι ανησυχίες για την ποιότητα του πιστωτικού χαρτοφυλακίου μετά τις χρεοκοπίες των εταιρειών First Brands και Tricolor.
Σύμφωνα με στοιχεία που προκύπτουν από καταθέσεις στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς των ΗΠΑ (SEC) και πηγών των Financial Times, αυξημένα αιτήματα εξαγορών (redemptions) δέχθηκαν κεφάλαια που διαχειρίζονται οι Apollo Global Management, Ares Management, Barings, Blackstone, HPS Investment Partners της BlackRock, Blue Owl, Cliffwater και Oaktree.
Όπως υπολογίζουν οι Financial Times, οι εξαγορές αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 5% της καθαρής αξίας των επενδυτικών χαρτοφυλακίων των funds, αφαιρουμένου του δανεισμού.
Στελέχη του κλάδου εκτιμούν ότι το συνολικό ποσό θα αυξηθεί περαιτέρω, καθώς θα δημοσιοποιηθούν νέα στοιχεία τις επόμενες εβδομάδες, υπογραμμίζοντας τη σαφή επιδείνωση της επενδυτικής διάθεσης για την ταχέως αναπτυσσόμενη αγορά του private credit.

Ισχυρό το πλήγμα
Σύμφωνα με τους FT, το επενδυτικό αυτό πεδίο έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα στην αξιοπιστία του μετά τις καταρρεύσεις των First Brands και Tricolor, παρότι οι συγκεκριμένες εταιρείες είχαν χρηματοδοτηθεί κυρίως μέσω τραπεζικών δανείων και τίτλων με εξασφαλίσεις. Την ανησυχία των επενδυτών ενίσχυσαν και οι δηλώσεις του διευθύνοντος συμβούλου της JPMorgan Chase, Τζέιμι Ντάιμον, ο οποίος είχε προειδοποιήσει ότι «όταν βλέπεις μία κατσαρίδα, συνήθως υπάρχουν κι άλλες», σχολιάζοντας την υπόθεση της Tricolor.
«Υπάρχει έντονος φόβος στην αγορά και μόνο ο χρόνος θα δείξει αν είναι δικαιολογημένος», ανέφερε στους FT ο Φίλιπ Χάσμπρουκ, συνδιευθυντής της Cliffwater.
Παράλληλα, στελέχη του κλάδου επισημαίνουν ότι πρόσθετη αναστάτωση προκάλεσε η απόφαση της Blue Owl να ακυρώσει τη συγχώνευση δύο funds της, μια κίνηση που θα οδηγούσε σε ζημιές για επενδυτές ενός από τα οχήματα.
Η αποδυνάμωση του επενδυτικού ενδιαφέροντος είχε ξεκινήσει ήδη από πέρυσι, όταν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) άρχισε να σηματοδοτεί μειώσεις επιτοκίων, περιορίζοντας τις αποδόσεις των πιστωτικών επενδύσεων. Ως αποτέλεσμα, αρκετά μεγάλα private credit funds — που επενδύουν κυρίως σε κυμαινόμενα επιτόκια — προχώρησαν σε περικοπές μερισμάτων.
Οι εκροές πλήττουν κυρίως τα λεγόμενα μη διαπραγματεύσιμα business development companies (BDCs) και τα interval funds, τα οποία αποτελούν βασικό δίαυλο επένδυσης για ιδιώτες και εύπορους επενδυτές στην αγορά private credit των 2,3 τρισ. δολαρίων.

Αυξημένη η ρευστότητα
Παρά την πίεση, τα περισσότερα funds μέχρι στιγμής ικανοποιούν τα αιτήματα εξαγορών, ακόμη και όταν αυτά υπερβαίνουν τα τυπικά τριμηνιαία όρια του 5%. Χαρακτηριστικά, το κορυφαίο private credit fund της Blackstone, ύψους 79 δισ. δολαρίων, κατέγραψε εξαγορές 2,1 δισ. δολαρίων το τέταρτο τρίμηνο, ενώ το στρατηγικό εισοδηματικό fund της Ares είδε εκροές σχεδόν 600 εκατ. δολαρίων.
Αναλυτές της Barclays σημειώνουν ότι, παρά τις αυξημένες εξαγορές, τα funds συνεχίζουν συνολικά να αντλούν περισσότερα κεφάλαια από όσα επιστρέφουν, περιορίζοντας έτσι την ανάγκη ρευστοποιήσεων ή άντλησης έκτακτης ρευστότητας.

Οι επενδυτές πάντως παραμένουν σε επιφυλακή για ενδείξεις επιδείνωσης, όπως αύξηση των αθετήσεων πληρωμών, αν και μέχρι στιγμής, σύμφωνα με τους Financial Times, η ποιότητα των πιστώσεων παραμένει σταθερή.


































