Ήταν μια εξαιρετική χρονιά το 2025 για τα διεθνή χρηματιστήρια, παρά τους φυσικούς και εμπορικούς πολέμους, τις γεωπολιτικές αβεβαιότητες και πάνω απ’ όλα τις αλλοπρόσαλλες πολιτικές της Ουάσιγκτον, μια και ο πρόεδρος Τραμπ κατάφερε από τον πρώτο χρόνο της νέας διακυβέρνησής του να σπείρει τη δυσπιστία και να ψυχράνει παλαιούς φίλους και συμμάχους στη Δύση απειλώντας με διάλυση θεσμούς που επί δεκαετίες προήγαγαν τη διεθνή συνεργασία και, το σπουδαιότερο, την ειρήνη και την ευημερία των ανθρώπων.
Θα έλεγε κανείς ότι οι αγορές κεφαλαίων έκλεισαν τα αυτιά και τα μάτια στα όσα ανησυχητικά συνέβαιναν γύρω τους και προχώρησαν μπροστά με τους επενδυτές να κάνουν πάρτι. Οι ευρωπαϊκές αγορές συμμετείχαν στη μεγάλη γιορτή, όχι όμως όλες ανεξαιρέτως. Η αγορά του Παρισιού αποτέλεσε κραυγαλέα εξαίρεση.
Εν προκειμένω η γαλλική κεφαλαιαγορά έσωσε ότι μπορούσε να σωθεί χάρη στο γενικότερο κλίμα ευφορίας που επικράτησε διεθνώς την χρονιά το 2025. Διότι στο εσωτερικό της χώρας κυριάρχησαν η κατήφεια και η αγωνία για την πορεία της οικονομίας εν μέσω της βαθιάς πολιτικής κρίσης που ξέσπασε εξαιτίας της καταστροφικής ιδέας που είχε ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει πρόωρες εκλογές μετά το αρνητικό για την παράταξή του αποτέλεσμα των ευρωεκλογών του Ιουνίου 2024.
Δισταγμοί και επιφυλάξεις
Το δράμα της γαλλικής κεφαλαιαγοράς δεν αποτυπώνεται στην πορεία του γενικού δείκτη του Χρηματιστηρίου του Παρισιού – ο CAC 40 ενισχύθηκε το 12μηνο περίπου κατά 10% όταν ο FTSE-100 στο Λονδίνο ενισχύθηκε κατά 21%, ο Dax στη Φραγκφούρτη κατά 23%, ο ΜΙΒ στο Μιλάνο κατά 38% και ο IBEX 35 στη Μαδρίτη κατά 48%. Το δράμα του Παρισιού αποτυπώνεται στην κατάρρευση των νέων δημόσιων προσφορών.
Έτσι, το 2025 στην Αρχή Χρηματοοικονομικών Αγορών του Χρηματιστηρίου του Παρισιού υποβλήθηκαν μόνο 19 δημόσιες προσφορές, ενώ το 2024 είχαν υποβληθεί 36. Πρόκειται για μείωση της τάξεως του 47,2%, σημειώνει το ετήσιο παρατηρητήριο της εταιρείας μελετών Alantra. «Οι 19 αυτές πράξεις στοχεύουν είτε στη δημιουργία μιας ακόμα εισηγμένης εταιρείας στην αγορά του Παρισιού είτε στην ενίσχυση του μεριδίου ενός ήδη εισηγμένου ομίλου», σημειώνει ο ρεπόρτερ της «Les Echos» Κοραντέν Σαπρόν.
Η ίδια η Alantra χαρακτηρίζει «ιστορικού μεγέθους» την πτώση. «Ουδέποτε υπήρξαν τόσο λίγες δημόσιες προσφορές», τόνισε ο Ολιβιέ Γκινιόν, διευθυνων σύμβουλος της εταιρείας που υπογράφει και τη μελέτη.
Δύο παράγοντες επηρέασαν τη γαλλική αγορά, κατά το Γάλλο ειδικό. Πρώτον η πολιτική αβεβαιότητα, η οποία «αποθάρρυνε κάθε αποφασιστική επιχειρηματική πρωτοβουλία και ανάγκασε τους ενδιαφερόμενους να αναβάλουν τα σχέδιά τους για να δουν πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση».
Δεύτερος παράγοντας είναι το ότι η, έστω και μικρή συγκριτικά, ενίσχυση της αξίας των γαλλικών μετοχών, είχε μεγάλη επίδραση στη διάθεση του επιχειρηματικού κόσμου να αναλάβει πρωτοβουλίες με ρίσκο. «Η αύξηση του τιμήματος για την επίτευξη ενός στόχου αποθάρρυνε ορισμένες πράξεις», παρατηρεί ο Γκινιόν, ο οποίος θύμισε ότι και ο δείκτης SBF 120 στον οποίο μετέχουν εταιρείες μεσαίας κεφαλαιοποίησης ενισχύθηκε επίσης κατά περίπου 10%, όπως ο CAC-40 των εταιρειών μεγάλης κεφαλαιοποίησης.
Χαμηλά premium
«Αυτή η ανατίμηση των μετοχών ευλόγως ώθησε τους αναδόχους να αναπροσαρμόσουν προς τα κάτω το premium που πρόσφεραν για να πείσουν τους επενδυτές να συμμετάσχουν στις δημόσιες προσφορές», σημειώνει ο ρεπόρτερ της «Les Echos». Κι αυτή είναι μια άλλη αξιοσημείωτη τάση που παρατηρήθηκε την χρονιά που πέρασε στη γαλλική κεφαλαιαγορά: τα premium περιορίστηκαν στο 22% σε σύγκριση με την τελευταία τιμή μετοχής πριν από την ανακοίνωση της δημόσιας προσφοράς, σε σύγκριση με σχεδόν 32% που ήταν το 2024.
«Τα premium μειώθηκαν ανάλογα με την αύξηση των τιμών, γεγονός που κατέστησε δυνατή τη διατήρηση σχετικά σταθερού τους κόστους των IPO», υπογραμμίζει ο Ολιβιέ Γκινιόν μιλώντας στην εφημερίδα. «Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι μικρή ήταν και η διάθεση των επιχειρήσεων να προχωρήσουν σε επιθετικές εξαγορές, διαδικασίες που κατά κανόνα προσφέρουν υψηλότερα premium».
Συγκρατημένες κινήσεις
Από το σύνολο των 19 συναλλαγών μειοψηφία ήταν εξάλλου και οι αρχικές δημόσιες προσφορές. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την έρευνα της Alantra, εννέα εξ αυτών αφορούσαν στην απλοποιημένες προσφορές εξαγοράς ήδη ελεγχόμενων εταιρειών, έξι προσφορές που αποσκοπούσαν στην απόσυρση εταιρειών από την αγορά και μία περίπτωση αφορούσε αγορά ιδίων μετοχών.
«Είναι φανερή η διαρκής επιθυμία των μετόχων που ελέγχουν την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου μιας εταιρείας να την διαγράψουν από την αγορά από τη στιγμή που κατέχουν ήδη το 90% του κεφαλαίου και των δικαιωμάτων ψήφου», εξηγεί η έκθεση της Alantra.
«Η τελική εξήγηση πίσω από τη διάβρωση του premium που καταβλήθηκε είναι ότι, λόγω της γενικότερης αστάθειας, τα κίνητρα για τις περισσότερες δημόσιες προσφορές δεν ήταν χρηματοοικονομικά. Δεν συνεκτιμώντο δηλαδή πιθανές συνέργειες που προκύπτουν από μια εξαγορά και κατά κανόνα ανεβάζουν το premium», εξηγεί ο Ολιβιέ Γκινιόν.
Κατήφεια και το 2026
Και για την καινούργια χρονιά τι να περιμένει κανείς; «Το 2026 δεν διαφαίνεται να είναι μια καλύτερη χρονιά από την προηγούμενη, καθώς η πολιτική αβεβαιότητα αναμένεται να επιμείνει στη Γαλλία. Το πλαίσιο παραμένει αβέβαιο, αλλά φαίνεται δύσκολο να επιδεινωθεί περισσότερο συγκριτικά με το 2025», σημειώνει ο Ολιβιέ Γκινιόν.
Ο αυξανόμενος αριθμός διαγραφών από τη λίστα των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο του Παρισιού ενισχύει επίσης την έλλειψη ελκυστικότητας της γαλλικής κεφαλαιαγοράς, παρατηρεί ο Κοραντέν Σαπρόν της «Les Echos». Δώδεκα από τις 19 προσφορές που κατατέθηκαν ή ανακοινώθηκαν πέρυσι περιλάμβαναν την πρόθεση διαγραφής της εταιρείας-στόχου.
«Η πιθανότητα έναρξης υποχρεωτικής διαγραφής μόλις ξεπεραστεί το όριο ιδιοκτησίας του 90% εξηγεί εν μέρει αυτή την τάση. Αλλά αυτές οι διαγραφές σηματοδοτούν επίσης την επιθυμία των μετόχων να στραφούν σε ιδιωτικές αγορές, οι οποίες συχνά προσφέρουν υψηλότερες αποτιμήσεις», παρατηρεί η μελέτη.
Αποκαλύπτουν επίσης οι πολλές διαγραφές τους ολοένα αυξανόμενους περιορισμούς και δυσκολίες που σχετίζονται με την εισαγωγή. Έτσι, ενώ πέρυσι αποχώρησαν 10 εταιρείες από το Χρηματιστήριο του Παρισιού, σε μόνο δύο όμιλοι εισήχθησαν στο Euronext Growth Paris, συγκεντρώνοντας συνολικά λιγότερα από 150 εκατ. ευρώ.
«Ευλόγως θα φανταζόταν κανείς ότι τελικά ο αριθμός των εισηγμένων θα μπορούσε να συρρικνωθεί σημαντικά. Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν περισσότερες από 800 εταιρείες εισηγμένες στο Χρηματιστήριο του Παρισιού, οπότε ο κίνδυνος αυτός μοιάζει ακόμη μακρινός», παρατηρεί καθησυχαστικά ο Ολιβιέ Γκινιόν.


















![Ακίνητα: Ράλι τιμών στα διαμερίσματα της Αττικής [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/05/evakinita6045-1024x682-1.jpg)




![Χρυσός: Η καλύτερη εβδομάδα από το 2020 – Στον αντίποδα το δολάριο [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_dol_gold2.png)











