Μια δημόσια αντιπαράθεση στα social media ήταν αρκετή για να φέρει στο προσκήνιο ένα από τα πιο καυτά ζητήματα της σύγχρονης αεροπορίας. Από τη μία ο Ίλον Μασκ, που προωθεί το Starlink ως την απόλυτη λύση για ίντερνετ εν πτήσει. Από την άλλη ο Μάικλ Ο’Λίρι της Ryanair, πιστός στο δόγμα του χαμηλότερου δυνατού κόστους. Το ερώτημα, όμως, ξεπερνά τα πρόσωπα: ποιοι επιβάτες χρειάζονται πραγματικά σύνδεση υψηλών ταχυτήτων στα 30.000 πόδια – και ποιοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν γι’ αυτήν;
Wifi στα αεροπλάνα: Η «χρυσή εποχή» του premium ταξιδιού
Σύμφωνα με το Reuters, για τις μεγάλες αεροπορικές εταιρείες μεγάλων αποστάσεων, το γρήγορο και αξιόπιστο Wi-Fi έχει πάψει να θεωρείται πολυτέλεια. Μετά την πανδημία, η ζήτηση για premium ταξίδια έχει εκτοξευθεί και οι επιβάτες πρώτης και business class απαιτούν εμπειρία που θυμίζει γραφείο ή σπίτι: βιντεοκλήσεις χωρίς διακοπές, streaming και συνεχή σύνδεση.
Δεν είναι τυχαίο ότι εταιρείες όπως η Lufthansa, η SAS και η Virgin Atlantic έχουν επιλέξει είτε το Starlink είτε ανταγωνιστικές λύσεις όπως η Viasat και η Intelsat. Στελέχη του κλάδου μιλούν πλέον για «κόστος του παιχνιδιού» και όχι για προαιρετική παροχή, ειδικά αν μια εταιρεία θέλει να προσελκύσει απαιτητικούς Αμερικανούς πελάτες.
Το πλεονέκτημα Starlink – με τίμημα
Οι χαμηλής τροχιάς δορυφόροι του Starlink θεωρούνται τεχνολογικό άλμα, καθώς μειώνουν τις καθυστερήσεις και επιτρέπουν σταθερή σύνδεση ακόμη και για απαιτητικές εφαρμογές. Αναλυτές του κλάδου χαρακτηρίζουν την υπηρεσία «σημείο αναφοράς» για το Wi-Fi εν πτήσει.
Όμως το κόστος παραμένει υψηλό. Η εγκατάσταση εκτιμάται γύρω στα 170.000 δολάρια ανά αεροσκάφος, χωρίς να υπολογίζονται όλα τα επιμέρους έξοδα. Για τις μεγάλες εταιρείες, το ποσό μπορεί να «χωνευτεί» μέσω μοντέλων freemium: δωρεάν πρόσβαση για premium επιβάτες και κίνητρα μέσω προγραμμάτων πιστότητας για τους υπόλοιπους.
Το κόστος παραμένει υψηλό – η εγκατάσταση εκτιμάται γύρω στα 170.000 δολάρια ανά αεροσκάφος, χωρίς να υπολογίζονται όλα τα επιμέρους έξοδα
Το χαμηλό κόστος και η σκληρή πραγματικότητα
Εκεί ακριβώς αρχίζει η αντίρρηση της Ryanair. Για μια εταιρεία που βασίζεται σε σύντομες πτήσεις και εξαιρετικά χαμηλά ναύλα, κάθε επιπλέον κιλό και κάθε ευρώ μετρά. Ο Ο’Λίρι επιμένει ότι οι κεραίες Wi-Fi αυξάνουν το βάρος και την αεροδυναμική αντίσταση, οδηγώντας σε μεγαλύτερη κατανάλωση καυσίμων.
Πέρα από την τεχνική συζήτηση, υπάρχει και το εμπορικό ερώτημα: θα πληρώσει ο επιβάτης; Σύμφωνα με τη Ryanair, λιγότερο από το 10% θα έδινε ακόμη και 1–2 ευρώ για σύνδεση, ειδικά σε πτήσεις διάρκειας μίας ή δύο ωρών. Με αυτά τα δεδομένα, το ετήσιο κόστος θα ήταν δυσβάστακτο.
Ανάγκη ή περιττή πολυτέλεια;
Η αντιπαράθεση Μασκ–O’Λίρι δείχνει ότι δεν υπάρχει μία απάντηση για όλους. Για τις premium και διηπειρωτικές πτήσεις, το Wi-Fi υψηλών ταχυτήτων μοιάζει πλέον αναπόφευκτο. Για τις low cost, παραμένει ένα ακριβό προνόμιο χωρίς σαφή απόδοση.
Το βέβαιο είναι ότι, όσο αλλάζουν οι συνήθειες των ταξιδιωτών, η συζήτηση για το ίντερνετ στον αέρα μόλις ξεκίνησε. Και, όπως πάντα στην αεροπορία, τελικός κριτής θα είναι ο επιβάτης – και το πορτοφόλι του.












![Ακίνητα: Ράλι τιμών στα διαμερίσματα της Αττικής [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2025/05/evakinita6045-1024x682-1.jpg)
























