Παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών και τη δημοσιονομική εξυγίανση, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να υστερεί σε ανταγωνιστικότητα.
Η Ελλάδα έχει χάσει έδαφος στη συνολική ανταγωνιστικότητα και κατατάσσεται 50ή μεταξύ 69 οικονομιών παγκοσμίως
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους. Τα στοιχεία της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας 2025 (έτος αναφοράς 2024) που καταρτίζει το IMD (International Institute for Management Development) έδειξαν ότι η Ελλάδα έχει χάσει έδαφος στη συνολική ανταγωνιστικότητα και κατατάσσεται 50ή μεταξύ 69 οικονομιών παγκοσμίως και 22η μεταξύ των 26 κρατών – μελών της ΕΕ27 που περιλαμβάνονται στην κατάταξη IMD World Competitiveness (η Μάλτα δεν περιλαμβάνεται).
Η υποχώρηση της Ελλάδας κατά τρεις θέσεις στην κατάταξη του IMD οφείλεται στις αρνητικές επιδόσεις που καταγράφονται στις τρεις από τις τέσσερις επιμέρους κατηγορίες δεικτών που μετράει ο οργανισμός. Η Ελλάδα υποχώρησε κατά 9 θέσεις ως προς την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα και βρέθηκε στην 53η από την 44η θέση σε σχέση με την έκδοση του 2024, και κατά τρεις θέσεις σε σύγκριση με την ΕΕ26 (κατατάσσεται 20ή από την 17η θέση στην έκδοση του 2024). Υποχώρησε κατά μία θέση ως προς την οικονομική αποτελεσματικότητα και βρέθηκε στην 22η θέση ενώ παρέμεινε στην ίδια θέση (22η ) ως προς την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και τις υποδομές (40ή).
Στον τομέα της τεχνολογίας κατατάσσεται 16η στην ΕΕ27 και στον πυλώνα των δεδομένων και των υποδομών κατατάσσεται 22η. Ωστόσο, η χαμηλή της απόδοση στον πυλώνα της κυβέρνησης (συμπεριλαμβανομένων του οράματος, της διακυβέρνησης και της ηθικής, της ψηφιακής ικανότητας και της προσαρμοστικότητας) (26η) μειώνει τη συνολική της κατάταξη στην ίδια θέση (26η).
Σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου η χώρα μας βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα καθώς η Πορτογαλία είναι στην 37η θέση, η Ισπανία στην 39η, η Ιταλία στην 43η θέση και η Κύπρος στην 44η θέση, ενώ υπολείπεται σε ανταγωνιστικότητα και βαλκανικών χωρών και χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία, η Τσεχία κατατάσσονται σε υψηλότερες θέσεις από την Ελλάδα.
Ελληνική οικονομία: Φορολογική ανταγωνιστικότητα
Στο μέτωπο της φορολογίας, η Ελλάδα βρίσκεται στην 23η θέση ανάμεσα στις 38 χώρες του ΟΟΣΑ στον Δείκτη Διεθνούς Φορολογικής Ανταγωνιστικότητας. Ως προς τις επιμέρους κατηγορίες του Δείκτη, η Ελλάδα κατατάσσεται:
• στη 16η θέση στην εταιρική φορολόγηση
• στην 4η θέση στη φορολόγηση φυσικών προσώπων
• στην 30ή θέση στη φορολόγηση της κατανάλωσης
• στην 29η θέση στους φόρους επί της ιδιοκτησίας
• και στην 23η θέση ως προς τη φορολόγηση των κερδών στο εξωτερικό.
Οι αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος εντοπίζονται στα εξής:
• Οι εταιρείες στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς ως προς τα ποσά των καθαρών ζημιών χρήσης με τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν μελλοντικά κέρδη. Επίσης, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν ζημιές για να μειώσουν προηγούμενο φορολογητέο εισόδημα.
• Η Ελλάδα έχει ένανσχετικά περιορισμένο δείκτη φορολογικών συμβάσεων (58 συμβάσεις έναντι 76 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ).
• Η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στον ΟΟΣΑ (24%) με μία από τις πιο περιορισμένες φορολογικές βάσεις, καθώς καλύπτει περίπου το 43% της τελικής κατανάλωσης.
Ισχυρά χαρτιά
Τα δυνατά σημεία του ελληνικού φορολογικού συστήματος είναι:
• Ο καθαρός φορολογικός συντελεστής φυσικών προσώπων επί μερισμάτων, στο 5%, είναι σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (24,7%), ενώ απαλλάσσονται από φορολόγηση οι υπεραξίες από εισηγμένες μετοχές χωρίς ουσιώδη συμμετοχή.
• Ο συντελεστής φορολόγησης εταιρικού εισοδήματος στο 22% είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (24,2%).
Αδυναμίες
Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, η αδυναμία της Ελλάδας σε θέματα αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τους αδύναμους θεσμούς και τις βαριές ρυθμίσεις, εμποδίζει την ικανότητά της να προσελκύσει τόσο εγχώριες όσο και ξένες άμεσες επενδύσεις, με αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, τη χαμηλή συνολική παραγωγή και εξαγωγές, καθώς και τη χαμηλή ψηφιακή ανταγωνιστικότητα.
Τα πλέον αδύνατα σημεία της ελληνικής οικονομίας, όπως έδειξε η ανάλυση του IMD, είναι το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ, το κόστος κεφαλαίου, η μη επαρκής στήριξη των επιχειρήσεων από τις τραπεζικές και χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, αλλά και το συνεχιζόμενο «brain drain».
Προκλήσεις
Σχετικά με τις προκλήσεις που έχει μπροστά της η ελληνική οικονομία, το IMD στέκεται στις επενδύσεις σε τομείς που δημιουργούν πολλές, νέες και σταθερές θέσεις εργασίας, όπως είναι ο μεταποιητικός τομέας, προκειμένου η οικονομία να είναι πιο ανθεκτική, στην ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης προκειμένου να αντιμετωπιστεί το έλλειμμα εργατικού δυναμικού σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, στην ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης, τη μείωση των διοικητικών εμποδίων για τις επιχειρήσεις αλλά και την, εισαγωγή πολιτικών που διευκολύνουν την ψηφιακή και την «πράσινη» μετάβαση των επιχειρήσεων.





































