Σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή ασφάλεια δοκιμάζεται και οι διεθνείς ισορροπίες μεταβάλλονται ραγδαία, η Βρετανία επαναξιολογεί τις προτεραιότητές της. Η άμυνα επανέρχεται στο επίκεντρο της πολιτικής ατζέντας, με τον πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου, Κιρ Στάρμερ, να στέλνει σαφές μήνυμα ότι η χώρα πρέπει να κινηθεί ταχύτερα και πιο αποφασιστικά ως προς τη χρηματοδότηση των ενόπλων δυνάμεων.
Η Βρετανία πιέζει για ταχύτερη μετάβαση στο 3%
Η δημόσια συζήτηση άνοιξε μετά από δημοσίευμα του BBC, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να επιταχύνει την επίτευξη του στόχου για αμυντικές δαπάνες ύψους 3% του ΑΕΠ. Αν και επισήμως δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση, πηγές αναφέρουν ότι τα υφιστάμενα σχέδια ενδέχεται να μην επαρκούν για να καλύψουν το αυξανόμενο κόστος εξοπλισμών και επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Μέχρι πρότινος, ο κυβερνητικός σχεδιασμός προέβλεπε αύξηση των δαπανών στο 2,5% του ΑΕΠ έως το 2027 και μεταγενέστερη άνοδο στο 3% κατά την επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο, η οποία αναμένεται να ξεκινήσει μετά τις εκλογές του 2029. Ωστόσο, τα νέα δεδομένα φαίνεται να επιταχύνουν τις εξελίξεις.
Το μήνυμα Στάρμερ και το ευρωπαϊκό πλαίσιο
Μιλώντας σε δημοσιογράφους, ο Στάρμερ υπογράμμισε ότι «η Βρετανία πρέπει να ανεβάσει ταχύτητα». Επανέλαβε τη θέση που είχε διατυπώσει στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη οφείλει να ενισχύσει τη στρατιωτική της ετοιμότητα και να συνεχίσει την υποστήριξη προς την Ουκρανία με οπλισμό και πυρομαχικά.
Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του NATO, το Ηνωμένο Βασίλειο δαπάνησε το 2024 περίπου 2,3% του ΑΕΠ για την άμυνα, ποσοστό υψηλότερο από την κατευθυντήρια γραμμή του 2% που έχει θέσει η Συμμαχία. Παρ’ όλα αυτά, όπως και άλλες ευρωπαϊκές χώρες, δέχεται πιέσεις – κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες – να αυξήσει περαιτέρω τη συμβολή του στη συλλογική ασφάλεια.
Το δημοσιονομικό αγκάθι
Η επιτάχυνση της αύξησης των δαπανών δεν είναι, ωστόσο, απλή υπόθεση. Η βρετανική οικονομία αντιμετωπίζει υψηλό δημόσιο χρέος και περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια. Ήδη, η κυβέρνηση έχει προχωρήσει σε περικοπές στον προϋπολογισμό διεθνούς αναπτυξιακής βοήθειας, προκειμένου να χρηματοδοτήσει την άνοδο των στρατιωτικών δαπανών στο 2,5% του ΑΕΠ.
Το Office for Budget Responsibility έχει εκτιμήσει ότι η αύξηση στο 3% θα απαιτούσε επιπλέον 17,3 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως μέχρι το οικονομικό έτος 2029-2030. Πρόκειται για ένα ποσό που εντείνει τις ανησυχίες στο υπουργείο Οικονομικών.
Επιφυλάξεις στο υπουργείο Οικονομικών
Η υπουργός Οικονομικών, Rachel Reeves, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ενίσχυσης της άμυνας και στη δέσμευση για δημοσιονομική σταθερότητα. Σύμφωνα με πληροφορίες, το υπουργείο εμφανίζεται επιφυλακτικό απέναντι σε μια ταχύτερη και πιο δαπανηρή μετάβαση στο 3%, φοβούμενο μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά.
Εκπρόσωπος της κυβέρνησης απέφυγε να επιβεβαιώσει ή να διαψεύσει τα σενάρια περί αναθεώρησης του χρονοδιαγράμματος, τονίζοντας ότι η χώρα ήδη υλοποιεί «τη μεγαλύτερη διαρκή αύξηση αμυντικών δαπανών από τον Ψυχρό Πόλεμο».
Ανάμεσα στην ασφάλεια και τη βιωσιμότητα
Το ερώτημα που αναδύεται είναι αν το Λονδίνο μπορεί να συνδυάσει στρατηγική αποφασιστικότητα με δημοσιονομική σύνεση. Η ενίσχυση της άμυνας θεωρείται από πολλούς αναγκαία απάντηση σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον. Όμως, η πολιτική απόφαση για το πότε και πώς θα επιτευχθεί ο στόχος του 3% θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ για την κυβέρνηση Στάρμερ – τόσο σε επίπεδο ασφάλειας όσο και οικονομικής αξιοπιστίας.




































