Στην καρδιά της δυτικής πλευράς του Λονδίνου, εκεί όπου κάθε λεπτό μια προσγείωση «γράφει» τον παλμό της παγκόσμιας αεροπορίας, εξελίσσεται μια σύγκρουση με τεράστια οικονομικά διακυβεύματα.
Το σχέδιο για έναν τρίτο διάδρομο απογείωσης στο Heathrow δεν είναι απλώς ένα ακόμη έργο υποδομής. Είναι ένα στοίχημα για το ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό της ανάπτυξης, ποιος θα ελέγξει τις «πύλες» προς την Ευρώπη και ποιος θα καρπωθεί την υπεραξία των πολύτιμων χρονοθυρίδων. Από τη μία πλευρά, οι αεροπορικές εταιρείες μιλούν για έναν μηχανισμό που επιβραβεύει τη σπατάλη. Από την άλλη, η διοίκηση του αεροδρομίου αντιτείνει ότι η ζήτηση «χτυπά την πόρτα» και πως η χώρα δεν αντέχει άλλη αναβολή.
Heathrow, ένα αεροδρόμιο στα όρια των αντοχών του
Με μέσο όρο πάνω από 230.000 επιβάτες την ημέρα, το Heathrow λειτουργεί πρακτικά στο μάξιμουμ των δυνατοτήτων του, αναφέρουν οι Financial Times στο ρεπορτάζ τους. Οι βελτιώσεις σε ελέγχους ασφαλείας και αποσκευών μπορούν να «στριμώξουν» μερικά εκατομμύρια επιπλέον επιβάτες μέσα στην επόμενη δεκαετία. Όμως πέρα από αυτό, η φυσική χωρητικότητα των δύο διαδρόμων εξαντλείται. Σε αντίθεση με άλλους μεγάλους ευρωπαϊκούς κόμβους – όπως το Charles de Gaulle ή το αεροδρόμιο της Φρανκφούρτης – το λονδρέζικο αεροδρόμιο δεν έχει την πολυτέλεια των τεσσάρων διαδρόμων. Και παρότι το Schiphol στο Άμστερνταμ διαθέτει έξι, κανένα άλλο αεροδρόμιο με δύο διαδρόμους δεν εξυπηρετεί τόσο πυκνή κίνηση.
Η γεωγραφία κάνει τα πράγματα δυσκολότερα: κατοικημένες περιοχές, οδικοί άξονες και σιδηροδρομικές γραμμές «αγκαλιάζουν» το αεροδρόμιο. Η επέκταση προϋποθέτει κατεδαφίσεις οικισμών, ανύψωση εδάφους σε διάφορα σημεία και ανασχεδιασμό βασικών οδών.
Το σχέδιο και το μεγάλο κόστος
Το πακέτο επέκτασης – νέος διάδρομος περίπου 3,5 χιλιομέτρων και σύγχρονο σύμπλεγμα τερματικών – αποτιμάται σε δεκάδες δισ. λίρες. Οι αεροπορικές εταιρείες φοβούνται ότι, μαζί με τα ετήσια έργα συντήρησης και αναβάθμισης (περίπου 1 δισ. τον χρόνο), ο τελικός λογαριασμός θα «φουσκώσει» επικίνδυνα πριν καν προσγειωθεί το πρώτο αεροσκάφος στον νέο διάδρομο. Η εμπειρία μεγάλων βρετανικών έργων υποδομής, όπως το HS2 (ένα έργο σιδηροδρομικής γραμμής υψηλής ταχύτητας του οποίου το κόστος έχει εκτοξευθεί στα ύψη) λειτουργεί ως ιστορία που προειδοποιεί για υπερβάσεις και καθυστερήσεις.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ρυθμιστικό μοντέλο που επιτρέπει στο αεροδρόμιο να ανακτά το κόστος των επενδύσεων μέσω χρεώσεων προς τις αεροπορικές. Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι το σύστημα δημιουργεί κίνητρο για υπερβολικές δαπάνες: όσο περισσότερα ξοδεύει ο φορέας εκμετάλλευσης, τόσο αυξάνεται η επιτρεπόμενη απόδοση.
Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι το σύστημα δημιουργεί κίνητρο για υπερβολικές δαπάνες: όσο περισσότερα ξοδεύει ο φορέας εκμετάλλευσης, τόσο αυξάνεται η επιτρεπόμενη απόδοση
Από την πλευρά του αεροδρομίου, η απάντηση είναι ότι μεγάλα έργα σε έναν «σφιχτό» χώρο κοστίζουν αναπόφευκτα περισσότερο και ότι οι πρόσφατες μεγάλες κατασκευές παραδόθηκαν εντός προϋπολογισμού.
Μ25: το οδικό «αγκάθι» της επέκτασης
Το πιο ορατό εμπόδιο είναι ο περιφερειακός αυτοκινητόδρομος M25. Ένα τμήμα του πρέπει να μετακινηθεί για να χωρέσει ο νέος διάδρομος. Τα σχέδια προβλέπουν την παράλληλη κατασκευή του νέου τμήματος με νυχτερινές διακοπές κυκλοφορίας. Όμως όσοι ζουν την πραγματικότητα των έργων μιλούν για υπεραισιόδοξες εκτιμήσεις. Παρόμοια έργα σε κόμβους έχουν παραλύσει τη ροή της κυκλοφορίας επί χρόνια, προκαλώντας πολιτικό κόστος και κοινωνική δυσαρέσκεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα στελέχη αεροπορικών προτείνουν μικρότερο διάδρομο ώστε να αποφευχθεί η μετατόπιση της Μ25. Εναλλακτικές προτάσεις υπήρξαν και από ιδιώτες επενδυτές, με συντομότερο διάδρομο και διαφορετική χάραξη οδών. Το υπουργικό συμβούλιο, ωστόσο, απέρριψε τα σενάρια που θα καθυστερούσαν το χρονοδιάγραμμα έναρξης των έργων, καθώς η κυβέρνηση θέλει να δει μπουλντόζες στο έδαφος πριν από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση.
Χρονοθυρίδες: το «χρυσάφι» της αεροπορίας
Σήμερα λειτουργούν περίπου 1.300 ημερήσιες χρονοθυρίδες απογείωσης/προσγείωσης, με την British Airways να κατέχει πάνω από τις μισές. Ένας τρίτος διάδρομος θα μπορούσε να απελευθερώσει περίπου 400 επιπλέον «παράθυρα» χρόνου.
Η δευτερογενής αγορά χρονοθυρίδων έχει εξελιχθεί σε πεδίο έντονων συναλλαγών, με τιμές που εκτοξεύονται δεκάδες εκατομμύρια δολάρια για πακέτα λίγων λεπτών. Για τις αεροπορικές, οι χρονοθυρίδες είναι περιουσιακά στοιχεία πρώτης γραμμής, συχνά υποθηκεύσιμα για δανεισμό. Η Virgin Atlantic, στην οποία συμμετέχει στρατηγικά η Delta Air Lines, έχει αξιοποιήσει την αξία τους για χρηματοδότηση, κάτι που δείχνει πόσο κρίσιμο είναι να μη μειωθεί η τιμή τους από μια πιθανή «πλημμύρα» νέων slots.
Από την πλευρά του αεροδρομίου, η εικόνα είναι διαφορετική: δεκάδες διεθνείς αεροπορικές – από τον Κόλπο έως την Ασία και τη Βόρεια Αμερική – φέρονται να ζητούν επίμονα πρόσβαση, ανεξαρτήτως τιμής. Η αναμενόμενη άφιξη των πτήσεων υπεραποστάσεων, όπως τα απευθείας δρομολόγια που σχεδιάζει η Qantas προς και από το Σίδνεϊ, ενισχύει την αφήγηση ότι η ζήτηση θα «γεμίσει» γρήγορα τις νέες δυνατότητες.
Ποιος φοβάται τον ανταγωνισμό;
Η διοίκηση του αεροδρομίου κατηγορεί τις αεροπορικές ότι πίσω από την έντονη κριτική κρύβεται ο φόβος απώλειας των προνομίων. Νέες χρονοθυρίδες σημαίνουν νέα είσοδος ανταγωνιστών: μεγάλες εταιρείες από τη Μέση Ανατολή, αλλά και χαμηλού κόστους παίκτες που μέχρι σήμερα βρίσκουν τις χρεώσεις απαγορευτικές. Το όνομα της easyJet συζητείται συχνά ως πιθανός «νεοεισερχόμενος» αν οι όροι γίνουν ελκυστικοί. Για τους παλαιούς χρήστες του αεροδρομίου, αυτό μεταφράζεται σε πίεση στα περιθώρια κέρδους και σε απώλεια μονοπωλιακής ισχύος σε συγκεκριμένες διαδρομές.
Οι αεροπορικές, αντίθετα, υποστηρίζουν ότι δεν αρνούνται την επέκταση καθεαυτή. Ζητούν όμως αλλαγές στους κανόνες του παιχνιδιού: διαφορετική κατανομή κινδύνου για υπερβάσεις κόστους, μεγαλύτερη διαφάνεια στις χρεώσεις κοινής ωφέλειας και μηχανισμούς που να συνδέουν το ύψος των τελών με το επίπεδο υπηρεσιών. Παράγοντες της επίγειας εξυπηρέτησης επισημαίνουν ότι το κόστος στο συγκεκριμένο αεροδρόμιο είναι δυσανάλογο με την ποιότητα που λαμβάνουν, σε σύγκριση με άλλους διεθνείς κόμβους.
O ρυθμιστής, οι επενδυτές και το μεγάλο «αν»
Η τελική απόφαση για το αν το μοντέλο χρηματοδότησης θα αλλάξει βρίσκεται στα χέρια της Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας. Ο ρυθμιστής έχει ήδη ανοίξει τη συζήτηση για βαθύτερες μεταρρυθμίσεις: από μικρές διορθώσεις έως ριζική αναδιάρθρωση με ανταγωνισμό μεταξύ διαφορετικών διαχειριστών τερματικών – ένα μοντέλο που εφαρμόζεται στο John F. Kennedy International Airport.
Οι επενδυτές του αεροδρομίου – ιδιωτικά κεφάλαια και κρατικά επενδυτικά ταμεία από τη Μέση Ανατολή και την Ασία – παρακολουθούν με προσοχή. Χωρίς σαφείς κανόνες απόδοσης και κινδύνου, τα κεφάλαια μπορούν εύκολα να κατευθυνθούν σε άλλα έργα υποδομής, από αυτοκινητόδρομους στη νότια Ευρώπη έως αεροδρόμια στον Κόλπο.
Το χρονοδιάγραμμα είναι πιεστικό: πολιτική έγκριση μέσα στο έτος, πλήρης φάκελος σχεδιασμού έως το 2029 και – στο καλύτερο σενάριο – πρώτες προσγειώσεις γύρω στο 2035. Κάθε καθυστέρηση μεταφράζεται σε χαμένες ευκαιρίες συνδεσιμότητας και, όπως υποστηρίζει η διοίκηση του αεροδρομίου, σε απώλειες για μια οικονομία που παλεύει να ξαναβρεί το ρυθμό της.
Η οικονομία εναντίον του κόστους: το τελευταίο δίλημμα
Οι υποστηρικτές του έργου μιλούν για ώθηση στο ΑΕΠ, νέες θέσεις εργασίας και ενίσχυση της θέσης του Λονδίνου ως παγκόσμιου κόμβου.
Οι επικριτές βλέπουν έναν φαύλο κύκλο: αν οι νέες χρεώσεις αυξηθούν υπερβολικά, η ζήτηση μπορεί να μην καλύψει τις νέες δυνατότητες, οδηγώντας σε ακόμη υψηλότερα τέλη για τους υφιστάμενους χρήστες. Το ρίσκο αυτό βαραίνει κυρίως τις αεροπορικές, που λειτουργούν σε περιβάλλον σκληρού ανταγωνισμού και μικρών περιθωρίων.
Στο τέλος της ημέρας, η διαμάχη για τον τρίτο διάδρομο δεν αφορά μόνο τα μπετά και την άσφαλτο. Αφορά το ποιος πληρώνει την ανάπτυξη της συνδεσιμότητας της Βρετανίας, ποιος ορίζει τους κανόνες της πρόσβασης στην πιο περιζήτητη «πύλη» της Ευρώπης και αν η χώρα θα ρισκάρει ένα έργο-μαμούθ για να μη χάσει το «τρένο» της παγκόσμιας αεροπορίας.
Το αποτέλεσμα θα κριθεί στα γραφεία των ρυθμιστών, στις αίθουσες συνεδριάσεων των επενδυτών και, τελικά, στον αέρα – εκεί όπου κάθε λεπτό προσγειώνεται ένα αεροπλάνο, θυμίζοντας πόσο στενά είναι πλέον τα περιθώρια.


































