Την τελική έγκριση για τη χρηματοδότηση της πτώχευσης της Saks Global έδωσε αμερικανικό δικαστήριο, διοχετεύοντας έτσι 1 δισεκατομμύριο δολάρια σε νέα χρηματοδότηση στην εταιρεία.
Είχαν προηγηθεί οι διαπραγματεύσεις και οι τελικές συμφωνίες της Saks με πωλητές πολυτελών εμπορικών σημάτων που είχαν εκφράσει τις ανησυχίες τους σχετικά με την πληρωμή για προϊόντα που αποστέλλονταν στον retailer πριν από την πτώχευση.
Στις πρώτες αυτές αντιδράσεις, περιλαμβάνονταν κολοσσοί της πολυτέλειας και όμιλοι όπως η Chanel, η Dolce & Gabbana, η LVMH, καθώς και από ιδιοκτήτες ακινήτων και την Amazon.com, η οποία είχε συνεργαστεί με την Saks σε μια πλατφόρμα ηλεκτρονικών πωλήσεων. Ωστόσο, η εταιρεία έλυσε αυτές τις ανησυχίες πριν από την ακροαματική διαδικασία της Παρασκευής στο Χιούστον, κατά την οποία ο Αμερικανός δικαστής πτωχεύσεων Αλφρέντο Πέρεζ ενέκρινε τη χρηματοδότηση.
Η Saks οφείλει 136 εκατ. δολάρια στην Chanel, 60 εκατ. στην Kering και 26 εκατ. στην LVMH
Η… ακριβή πτώχευση της Saks
Η Saks, η οποία αποτιμά το συνολικό πακέτο χρηματοδότησης για την πτώχευση στα 1,75 δισεκατομμύρια δολάρια, διευκρίνισε πως χρειάζεται τα χρήματα για να επιδιορθώσει τις σχέσεις με τους προμηθευτές και να «αγοράσει» χρόνο για να επαναδιαπραγματευτεί το χρέος της.
Το δάνειο πτώχευσης περιλαμβάνει επίσης αναχρηματοδότηση προϋπαρχόντων χρεών και ένα διευρυμένο όριο δανεισμού στη δανειοδοτική διευκόλυνση της εταιρείας με βάση τα περιουσιακά στοιχεία. Η Saks είχε λάβει προηγουμένως δικαστική έγκριση για να εκταμιεύσει το αρχικό μέρος του δανείου.
Η εταιρεία υπέβαλε αίτηση πτώχευσης στις 13 Ιανουαρίου με χρέη 3,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων, μετά την άτυχη συγχώνευσή της με την Neiman Marcus που προκάλεσε ελλείψεις μετρητών που εμπόδισαν την Saks να αναπληρώσει αξιόπιστα τα αποθέματά της στα καταστήματά της.
Πολλοί από τους πωλητές είχαν εκφράσει ανησυχίες ότι το δάνειο πτώχευσης θα μπορούσε να επιτρέψει στους δανειστές της Saks να διεκδικήσουν δικαιώματα εγγύησης σε εκατομμύρια δολάρια σε πολυτελείς τσάντες, ρούχα και κοσμήματα που οι μάρκες πολυτελείας είχαν στείλει στην Saks με παρακαταθήκη.
Οι συμβάσεις των πωλητών με τον λιανοπωλητή τους επέτρεπαν να συνεχίσουν να κατέχουν το απόθεμα μέχρι να πωληθεί. Πρόκειται για μια πρακτική που συνηθίζεται στο luxury retail, όπου οι μάρκες λειτουργούν μίνι μπουτίκ μέσα σε πολυκαταστήματα και προμηθεύουν αγαθά με παραχώρηση ή με παρακαταθήκη.

Συμφωνία κυρίων
Η Saks και οι δανειστές της κατέληξαν σε συμφωνίες πριν από την ακρόαση, επιβεβαιώνοντας ότι το απόθεμα που παρασχέθηκε με παρακαταθήκη δεν ανήκε στην Saks. Η εταιρεία επίσης επέλυσε τις αντιρρήσεις ορισμένων ιδιοκτητών ακινήτων, οι οποίοι ανησυχούσαν για τις οφειλόμενες πληρωμές ενοικίων για τον Ιανουάριο, τον μήνα που η Saks υπέβαλε αίτηση πτώχευσης.
Σύμφωνα με το Reuters, ο Μπεν Μπάτερφιλντ, δικηγόρος που εκπροσωπεί μια επιτροπή που διορίστηκε από το δικαστήριο και αποτελείται από τους κατώτερους πιστωτές της Saks, εξήγησε στο δικαστήριο ότι σχεδόν 600 εκατομμύρια δολάρια από τη νέα χρηματοδότηση θα χρησιμοποιηθούν για την κάλυψη των πληρωμών σε προμηθευτές που παρείχαν αγαθά στην εταιρεία πριν αυτή πτωχεύσει. Περίπου 330 εκατομμύρια δολάρια από αυτές τις πληρωμές θα καταβληθούν τις επόμενες δύο εβδομάδες.
Ο πολυτελής retailer οφείλει 136 εκατομμύρια δολάρια στην Chanel, 60 εκατομμύρια δολάρια στην κατασκευάστρια εταιρεία της Gucci, Kering, και 26 εκατομμύρια δολάρια στην LVMH, μητρική της Louis Vuitton, σύμφωνα με τα δικαστικά της έγγραφα.
Η χρηματοδότηση της πτώχευσης περιλαμβάνει και άλλους οικονομικούς όρους, όπως η αναχρηματοδότηση μέρους του προϋπάρχοντος χρέους της Saks και οι δεσμεύσεις των δανειστών για την παροχή πρόσθετης οικονομικής στήριξης μετά την έξοδο της Saks από την πτώχευση.

































