Εντονες αντιδράσεις προκαλεί στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας η αμοιβή ύψους 140.000 ευρώ τον χρόνο που απολαμβάνει η Κριστίν Λαγκάρντ από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της, κόντρα στη διάταξη της ΕΚΤ που απαγορεύει να πληρώνεται από άλλους φορείς το προσωπικό.
Ορισμένοι υπάλληλοι της ΕΚΤ, χρησιμοποιώντας εσωτερικά φόρουμ, έχουν διαμαρτυρηθεί για την προφανή υποκρισία, με σχόλια του τύπου «δάσκαλε που δίδασκες…», όπως γράφουν οι FT.
Η Λαγκάρντ είναι μία από τους 18 κορυφαίους κεντρικούς τραπεζίτες παγκοσμίως που συμμετέχουν στο ΔΣ της BIS. Ενώ όλοι τους δικαιούνται ετήσιο σταθερό μισθό και μεταβλητές αμοιβές συμμετοχής, η BIS δεν αποκαλύπτει τις εξατομικευμένες πληρωμές.
Ωστόσο, σε γραπτή απάντησή της στον γερμανό ευρωβουλευτή Fabio De Masi και τον σουηδό Dick Erixon, η Λαγκάρντ αποκάλυψε για πρώτη φορά την Παρασκευή ότι έλαβε 130.457 ελβετικά φράγκα από την BIS το 2025, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 140.000 ευρώ. Το 2024, έλαβε βασικό μισθό από την ΕΚΤ ύψους 466.000 ευρώ, συν 135.000 ευρώ σε πρόσθετες παροχές. Η εκτιμώμενη συνολική αμοιβή της, ύψους περίπου 741.000 ευρώ, καθιστά τη Λαγκάρντ την καλύτερα αμειβόμενη αξιωματούχο της ΕΕ.
Τι ισχύει σε άλλες κεντρικές τράπεζες
Άλλες κεντρικές τράπεζες αντιμετωπίζουν διαφορετικά τις αμοιβές της BIS. Για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Fed, Τζερόμ Πάουελ, και ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Αντριου Μπέιλι, δεν διεκδικούν τις αμοιβές τους από την BIS, στην περίπτωση της Fed επειδή η αμερικανική νομοθεσία απαγορεύει στους αξιωματούχους να δέχονται χρήματα από ξένο ίδρυμα.
Η κεντρική τράπεζα της Γαλλίας, μία από τις λίγες κεντρικές τράπεζες που δημοσιοποιούν τις αμοιβές του διοικητή τους από την BIS, διεκδικεί το ήμισυ της σταθερής αμοιβής για λογαριασμό της.
Η διάταξη της ΕΚΤ
Το προσωπικό της ΕΚΤ συζήτησε ένα πρόσφατο άρθρο της FT σχετικά με την αμοιβή της Λαγκάρντ σε ένα εσωτερικό διαδικτυακό φόρουμ προσβάσιμο μόνο στους υπαλλήλους, επισημαίνοντας ότι οι εσωτερικοί κανόνες της κεντρικής τράπεζας απαγορεύουν στο προσωπικό να λαμβάνει αμοιβές από τρίτους.
Σύμφωνα με τους κανόνες προσωπικού της ΕΚΤ, οι υπάλληλοι δεν πρέπει να δέχονται «οποιαδήποτε πληρωμή από τρίτους σε σχέση με την άσκηση των επαγγελματικών τους καθηκόντων», προσθέτοντας ότι εάν προσφέρονται τέτοιες πληρωμές, «πρέπει να καταβάλλονται στην ΕΚΤ».
Η εξαίρεση για την πρόεδρο και οι αντιδράσεις
Από την ΕΚΤ οι FT έλαβαν τη δήλωση ότι η πρόεδρος «δεν είναι μέλος του προσωπικού» και, ως εκ τούτου, «δεν καλύπτεται από τους κανόνες του προσωπικού», προσθέτοντας ότι, αντίθετα, «υπόκειται σε ειδικό κώδικα δεοντολογίας για υψηλόβαθμα στελέχη της ΕΚΤ».
Μια ανώνυμη καταχώριση, η οποία περιήλθε σε γνώση των FT, υποστήριζε ότι η Λαγκάρντ έλαβε εξωτερική αμοιβή «για δραστηριότητες που φαίνεται να αποτελούν μέρος των επαγγελματικών της καθηκόντων ως προέδρου της ΕΚΤ. Αυτό δεν επιτρέπεται από τους κανόνες της ΕΚΤ, τουλάχιστον για το τακτικό προσωπικό».
Σύμφωνα με μια δεύτερη καταχώριση, το τμήμα ανθρώπινου δυναμικού της κεντρικής τράπεζας ενημέρωσε έναν υπάλληλο της ΕΚΤ που ρωτούσε για ένα κοινό έργο της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS) ότι δεν επιτρέπεται να δέχονται πρόσθετη αμοιβή.
«Εμείς οι” θνητοί” δεν μπορούμε να δεχτούμε την αποζημίωση της BIS», ανέφερε μια τρίτη ανάρτηση.
Η δήλωση της ΕΚΤ στους FT αναφέρει ότι το προσωπικό της «δεν μπορεί να δεχτεί αμοιβή για δραστηριότητες που ασκεί στο πλαίσιο των καθηκόντων της ΕΚΤ». Σύμφωνα με πρόσωπο που γνωρίζει το θέμα, η διάταξη αυτή περιλαμβάνει έναν υπάλληλο της ΕΚΤ που συνοδεύει την Λαγκάρντ στις συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου της BIS και δεν μπορεί να δεχτεί την αμοιβή που προσφέρει η ΤΔΔ.
Αναφέρει ακόμη ότι η περίπτωση της Λαγκάρντ ήταν διαφορετική, καθώς ο ρόλος της προέδρου ως μέλους του ΔΣ της BIS συνεπαγόταν «συμμετοχή στις αποφάσεις διακυβέρνησης της BIS, ανάληψη ευθυνών διακυβέρνησης και συναφών νομικών κινδύνων. Λόγω αυτών των ευθυνών, η πρόεδρος λαμβάνει αμοιβή που καταβάλλεται από την BIS».
Η ΕΚΤ δήλωσε ότι τα μέλη του προσωπικού που συμμετέχουν στις δραστηριότητες της BIS «δεν έχουν συγκρίσιμες ευθύνες διακυβέρνησης και νομικές ευθύνες [όπως η Λαγκάρντ] και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους κανόνες προσωπικού, δεν μπορούν να δέχονται αμοιβή για αυτές τις δραστηριότητες».
Πηγές προσκείμενες στην ΕΚΤ δήλωσαν ότι η Λαγκάρντ ακολούθησε την πρακτική των προκατόχων της, Μάριο Ντράγκι και Ζαν-Κλοντ Τρισέ, οι οποίοι επίσης διεκδίκησαν την αποζημίωση της BIS.
Η ΕΚΤ πρόσθεσε ότι οι υπάλληλοι μπορούν να λαμβάνουν αμοιβή «για εξωτερικές δραστηριότητες που δεν σχετίζονται με τα καθήκοντά τους στην ΕΚΤ και εκτός της ΕΚΤ, εάν έχουν λάβει προηγούμενη γραπτή άδεια και το κάνουν κατά τον ελεύθερο χρόνο τους». Σε «πολύ περιορισμένο» αριθμό περιπτώσεων, τέτοιες άδειες χορηγήθηκαν για έργα της BIS που κάλυπταν τομείς εκτός των «καθηκόντων της ΕΚΤ», πρόσθεσε.
Νερό στον μύλο της δυσαρέσκειας
Η κριτική που ασκείται αντικατοπτρίζει μια ευρύτερη ανησυχία σχετικά με την εσωτερική διακυβέρνηση της ΕΚΤ. Το περασμένο καλοκαίρι, η επιτροπή προσωπικού της τράπεζας κατηγόρησε την ηγεσία ότι διαχειρίζεται ένα «αδιαφανές νομικό φρούριο».
Η μεταχείριση του προσωπικού από την ΕΚΤ είχε οδηγήσει σε «ευρέως διαδεδομένες καταγγελίες για ευνοιοκρατία… υψηλά ποσοστά επαγγελματικής εξουθένωσης και ευάλωτη θέση πολλών συναδέλφων που εργάζονται με προσωρινές συμβάσεις».
Τον Οκτώβριο, το σωματείο που εκπροσωπεί το προσωπικό της ΕΚΤ κατέθεσε αγωγή, με κατηγορίες για «λογοκρισία» και «εκφοβισμό».
Τότε η ΕΚΤ είχε δηλώσει ότι «δεσμεύεται σταθερά στην ελευθερία της έκφρασης και στο κράτος δικαίου», προσφέροντας στο προσωπικό «πολλαπλά κανάλια, συμπεριλαμβανομένου ενός ανώνυμου εργαλείου καταγγελίας», για να «διασφαλίσει ότι κάθε απαράδεκτη συμπεριφορά θα διερευνάται και θα αντιμετωπίζεται άμεσα».
































