Με ένα νέο κύμα γεωπολιτικής αβεβαιότητας βρίσκονται αντιμέτωποι οι επενδυτές, μετά και τις επιθέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ στο Ιράν, αλλά και τα αντίποινα της Τεχεράνης, με την Morningstar DBRS να εκτιμά ότι, πέρα από το ανθρώπινο κόστος της σύγκρουσης, ο βασικός καταλύτης των αγορών παραμένει, τουλάχιστον προς το παρόν, η πορεία των τιμών του πετρελαίου και ειδικότερα η λειτουργία του Στενού του Ορμούζ.
Οι αναλυτές της Morningstar DBRS υπενθυμίζουν την εκτίμηση της Goldman Sachs, η οποία αναφέρει ότι ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης της ιρανικής κρίσης στην παγκόσμια οικονομία αφορά την αγορά ενέργειας, με τη σοβαρότητα αλλά και την αναμενόμενη διάρκεια της κρίσης να αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες.
Η ναυτιλιακή κίνηση μέσω του Στενού του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου, εμφανίζεται ήδη σημαντικά διαταραγμένη, καθώς μεταφορείς, παραγωγοί και ασφαλιστικές εταιρείες υιοθετούν στάση αναμονής εν μέσω αναφορών για ζημιές σε δεξαμενόπλοια.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, η άνοδος των τιμών καυσίμων το Σαββατοκύριακο μεταφράζεται σε ένα premium κινδύνου της τάξης των 18 δολαρίων ανά βαρέλι στις τιμές του αργού, επίπεδο που αντιστοιχεί σε πλήρη διακοπή της ροής μέσω του Στενού για περίπου έξι εβδομάδες.
Αντίθετα, εάν διακοπεί μόλις το 50% των ροών για έναν μήνα, η επίδραση περιορίζεται σημαντικά. Σε περίπτωση βραχυχρόνιας διαταραχής, οι παραγωγοί είναι πιθανό να αποθηκεύσουν πετρέλαιο στην ξηρά, περιορίζοντας τον αντίκτυπο στην παραγωγή, ενώ χώρες όπως η Σαουδική Αραβία έχουν ήδη αυξήσει προληπτικά την παραγωγή τους ενόψει πιθανής κλιμάκωσης.
Το άκρως αρνητικό σενάριο
Αντίθετα, σε ένα πιο αρνητικό σενάριο όπου οι ροές πετρελαίου παραμείνουν εγκλωβισμένες στην περιοχή για διάστημα έως και τεσσάρων μηνών, οι τιμές ενδέχεται να κινηθούν δυσανάλογα υψηλότερα, προκειμένου να εξισορροπηθεί η αγορά μέσω περιορισμού της ζήτησης και μείωσης της δραστηριότητας των διυλιστηρίων.
Σε ό,τι αφορά τις υπόλοιπες αγορές, η Morningstar DBRS υπογραμμίζει ότι ο αντίκτυπος θα εξαρτηθεί από το μέγεθος του ενεργειακού σοκ. Στις μετοχές, ένα σοκ κινδύνου και ανάπτυξης αναμένεται να έχει αρνητική επίδραση, ωστόσο μόνο μια σοβαρή και παρατεταμένη διαταραχή στις τιμές πετρελαίου, όπως εκείνες του 1990 ή του 2022, θα μπορούσε να επηρεάσει ουσιαστικά την παγκόσμια ανάπτυξη.
Σε ένα τέτοιο σενάριο, μεγαλύτερες πιέσεις αναμένεται να δεχθούν κυκλικοί κλάδοι που απευθύνονται στον καταναλωτή, όπως οι αερομεταφορές και οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενώ οι ενεργειακές εταιρείες ενδέχεται να υπεραποδώσουν.
Τέλος, στο πεδίο των επιτοκίων, η αντίδραση των αγορών θα καθοριστεί από την ισορροπία μεταξύ των ανοδικών πληθωριστικών πιέσεων και των καθοδικών κινδύνων για την ανάπτυξη που συνεπάγεται ένα αρνητικό σοκ προσφοράς στην ενέργεια.





































