Εισαγωγικά:
Ο Πρόεδρος Τραμπ πάλι παραπλάνησε. Ενώ διακινούνταν πληροφορίες από τον μεσολαβητή του Ομάν ότι οι διαπραγματεύσεις ΗΠΑ-Ιράν βαίνουν καλώς, εν τούτοις θόλωσε τα νερά και ενώ γινόταν αντιληπτό ότι θα συνεχίζονταν μετά το σαββατοκύριακο, επενέβη -για τους μη μυημένους αιφνιδιαστικά- με αεροπορικές επιδρομές στο Ιράν μαζί με το επισπεύδον Ισραήλ. Προηγουμένως είχε δημιουργηθεί κλίμα που ίσως προϊδέαζε την προοπτική έναρξης πολεμικών επιχειρήσεων. Έγινε ακόμη σαφέστερο όταν ενημερώθηκαν από τις χώρες τους πολίτες να εγκαταλείψουν τη Μέση Ανατολή.
Τα τύμπανα πολέμου ήχησαν. Ο Τραμπ μαθημένος σε τακτικές αιφνιδιασμού προκατέλαβε το παγκόσμιο κοινό με την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων Σάββατο πρωί στις 8. Μια γιγαντιαία στρατιωτική επιχείρηση έχοντας ως στόχο, πρώτον, ο μεν Τραμπ να κάνει επίδειξη με χαρακτηριστικά χειρουργικού κτυπήματος από τον στρατό του για τον οποίο επαίρεται ότι είναι ο πιο δυνατός στην υφήλιο. Τρίτον, οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ είχαν εξασφαλίσει την πληροφορία πού και πότε σύμπασα η ηγεσία του Ιράν θα συνεδρίαζε σε ολομέλεια σε συγκεκριμένο κτίριο και δωμάτιο. Με μια συντονισμένη αεροπορική επιδρομή η ιρανική ηγεσία εξολοθρεύθηκε.
Ιστορικές επισημάνσεις:
Κατά πρώτον να επισημάνουμε ότι τον πρώτο ρόλο έχει το Ισραήλ το οποίο θεωρεί ότι από την ηγεσία του θεοκρατικού Ιράν διαχρονικά απειλείται. Η οποία ηγεσία Ιράν κατά τα λεγόμενα Ισραήλ δήλωνε την πρόθεση της εξόντωσής του. Ο Τραμπ δεχόταν πάντοτε την πίεση του Νετανιάχου να υποστηρίξει μια επίθεση στο Ιράν. Από δεκαπενταετίας συγκεκριμένα think tanks του Ισραήλ είχαν ήδη επεξεργαστεί εισηγήσεις και στρατηγική επέμβασης στο Ιράν για την εξουδετέρωση των απειλών και την ανατροπή του θεοκρατικού καθεστώτος. Επί του παρόντος έγινε εμφανές ότι επήλθε το πλήρωμα του χρόνου να εκπληρωθεί ο στόχος με την 12ήμερη επιχείρηση του Ιουνίου 2025, ιδιαίτερα σε εκείνη την πρώτη φάση με την επιχείρηση καταστροφής των πυρηνικών υποδομών του Ιράν.
Διάλογος ή επέμβαση;
Ο Τραμπ προσποιήθηκε ότι επιδιώκει το διάλογο αντί της σκληρής λύσης, δηλαδή της στρατιωτικής επέμβασης. Εάν δεν απέδιδε τότε όλα ήταν ανοικτά ακόμη και η πολεμική επιχείρηση. Στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης θέματα προς συζήτηση ήταν αυτά που είχαν συμφωνηθεί με τους Ιρανούς από τη διοίκηση Ομπάμα και πανηγυρικά κατήργησε ο Τραμπ μόλις ανέλαβε κατά την πρώτη θητεία του. Όσον αφορά στις διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν το 2026, μάλλον επρόκειτο για false negotiations, όπως λέμε στη γλώσσα της τεχνικής των διαπραγματεύσεων.
Προφανώς είτε για να κερδίσει χρόνο, ή για να διασκεδάσει απόψεις ότι θα ήθελε εξαρχής να επέμβει, αλλά παλινωδούσε, ή να αποκομίσει πληροφορίες από το Ιράν γύρω από την πραγματικότητα των πυρηνικών, αφού πολλά σαν αυτά τίθενται στο τραπέζι. Ή να προκαλέσει ναυάγιο με τις υπερβολικές απαιτήσεις και να το χρεώσει στην ιρανική πλευρά και να εμφανιστεί ότι εξάντλησε τα μέσα ειρηνικής επίλυσης. Αυτά συνηθίζονται. Τελικώς όμως ο Τραμπ πείστηκε/πιέστηκε από τον Νετανιάχου, να θεωρήσει άκαρπη και ανώφελη τη διαπραγμάτευση, την οποία ο ίδιος θεώρησε ότι εξάντλησε για να υλοποιήσει την επιλογή της επέμβασης. Άλλωστε θα μπορούσε η διπλωματία να λύσει τα προβλήματα περί ασφάλειας και απειλής που απασχολούν το Ισραήλ;
Ποια ήταν τα θέματα προς συζήτηση; Ο έλεγχος επί του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, ο περιορισμός στον εμπλουτισμό ουρανίου και τέλος ο περιορισμός του βεληνεκούς των βαλλιστικών πυραύλων. Η άρνηση του Ιράν να δεχθεί τις απαιτήσεις εκλήφθηκε ως πρόσκομμα και δείγμα ότι είναι άσκοπη η συνέχιση του διαλόγου, άρα οι διαπραγματεύσεις ναυαγούν.
Η ανησυχία της ασφάλειας και η εσπευσμένη επέμβαση:
Θα μπορούσε μια συμφωνία επ’ αυτών να γινόταν αποδεκτή από τον Νετανιάχου δεδομένου ότι για τον ίδιο η ασφάλεια ιδιαίτερα μετά την 7η Οκτωβρίου 2023 ήταν το μεγάλο στοίχημα να ανακτήσει; Από το 2023 έχει δείξει το πιο σκληρό πρόσωπο ξεκινώντας από τη Χαμάς και τώρα θα έκλεινε με το Ιράν που προφανώς ήταν ο μύχιος στόχος. Μάλιστα διακινήθηκε μια είδηση ότι εάν ο Τραμπ είχε τις επιφυλάξεις του, ο Νετανιάχου θα προχωρούσε μονομερώς. Βεβαίως για κάθε παρατηρητή, μια επέμβαση απαιτεί την όσο το δυνατό ευρύτερη σύμπραξη κρατών και για τον πρόσθετο λόγο ότι θα την κάλυπτε εν μέρει και νομιμοποιητικά από ότι μια μονομερής επέμβαση, όσο βέβαια αυτό μπορεί να επαρκεί ιδιαίτερα όταν πρόκειται για στρατιωτική επιχείρηση.
Αν και έναντι τέτοιων εγχειρημάτων υπάρχει έντονη κριτική επειδή γίνεται χρήση του στρατιωτικού μέσου και συνήθως τα κράτη επικαλούνται το διεθνές δίκαιο, αλλά κινούνται στο όριο, ή είναι μη εξουσιοδοτούμενα. Συνήθως τα κράτη επικαλούνται το δικαίωμα στην άμυνα. Το Ισραήλ το έχει κάνει. Όπως και το Ιράν το πρόταξε στις τοποθετήσεις του Μονίμου Αντιπροσώπου στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Εάν, όμως, για το Ισραήλ υπήρχε προηγούμενη εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας θα είχε νομιμοποίηση. Στην προκειμένη περίπτωση δεν θα είχε τύχη, δεν θα ήταν αδύνατον να ληφθεί τέτοια απόφαση.
Η στρατιωτική επιχείρηση ήταν το πρώτο βήμα και επαινέθηκε από τον Τραμπ. Ο αποκεφαλισμός της ιρανικής ηγεσίας ήταν το ζητούμενο για την πλευρά του Ισραήλ. Ειδικότερα η εξουδετέρωση της για να αποτραπεί στο μέλλον οποιαδήποτε απειλή εναντίον του από το Ιράν κατέστη το μείζον. Η απαγόρευση απόκτησης πυρηνικών όπλων ήταν το μότο των ΗΠΑ όπως καταδείχθηκε από το 12ήμερο του Ιουνίου 2025. Εξ ού και επέμενε η αμερικανική πλευρά στην καταστροφή των πυρηνικών υποδομών. Αν και έχει αναφερθεί από την Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας, και ειδικότερα από τον Διευθυντή της, ότι από την έρευνα δεν υπήρξε κάποια ένδειξη για πλήγμα σε πυρηνική εγκατάσταση του Ιράν.
Η διεθνής αντίδραση:
Ανήμερα συγκλήθηκε το Συμβούλιο Ασφαλείας, για να επιληφθεί της κατάστασης που διαμορφώθηκε, διότι αποτελεί απειλή για τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια. Ήταν βέβαιο ότι απόφαση δεν θα είχε τύχη, δεν θα λαμβανόταν λόγω του δικαιώματος veto κάθε μονίμου μέλους του οργάνου. Παρόλα αυτά συζήτηση έγινε και τα κράτη τοποθετήθηκαν με επίκεντρο επιχειρήματα γύρω από την νομιμότητα της επέμβασης.
Οι θέσεις διίστανται μεταξύ αφενός μια ανάγνωσης του Χάρτη περί της απαγόρευσης χρήσης βίας όπως χαρακτηρίζεται η επέμβαση και παραβίασης του άρθρου 2(4) του Χάρτη· αφετέρου μιας παραλλαγής της νόμιμης άμυνας, που κινείται πέραν της προληπτικής άμυνας, την οποία υποστήριξε το Ισραήλ στον πόλεμο των 6 ημερών του 1967. Τότε η αιγυπτιακή επίθεση που δεν είχε ακόμη ξεκινήσει ήταν πραγματικά άμεση και επικείμενη και ως αντίδραση του Ισραήλ έγινε ανεκτή διεθνώς. Παρότι τέτοια έννοια απορρίφθηκε το 1986 από το Διεθνές Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι για να ασκηθεί άμυνα πρέπει να απαντά σε ένοπλη επίθεση που θα έχει συμβεί. Πάντως η προληπτική άμυνα υπάρχει στις απόψεις κρατών εφόσον τηρούνται αυστηρά οι αρχές της αναγκαιότητας -δηλαδή έχουν εξαντληθεί άλλα μέσα ηπιότερα- και της αναλογικότητας, η αντίδραση να μην είναι υπερβολική αλλά εντός ορίων της άμυνας, και να εξουδετερώνει εν τη γενέσει της την πιθανότητα επίθεσης.
Η επίκληση κανόνων και πρακτικής:
Αυτό που προβάλλεται από ισραηλινής πλευράς είναι κάτι ανάλογο του δόγματος Μπούς και των συν αυτώ, το 2003 στην επέμβαση στο Ιράκ, δηλαδή η preemptive self-defense. Με την ευκαιρία ποιο είναι το θεωρητικό πλαίσιο της άποψης αυτής; Πρόκειται για μια προωθημένη εκδοχή της άμυνας, αφορά την έγκαιρη εξουδετέρωση της πιθανής απειλής πριν ακόμη ετοιμαστεί ούτε καν εκδηλωθεί ως ορατή και άμεση.
Μια θεώρηση που ακολούθησαν ή υποστήριξαν και άλλα κράτη εκτός των συμμετεχόντων το 2003. Στην preemptive self-defense ο κίνδυνος είναι απόμακρος, ή ακόμη υποθετικός, είναι πιθανός, αλλά διόλου βέβαιο, ότι θα εκδηλωθεί, αλλά είναι προτιμότερο να εξουδετερωθεί πριν εκδηλωθεί η απειλή, ειδάλλως εάν ωριμάσει θα συνεπάγεται ανυπολόγιστο κόστος. Δεν υπάρχει εξουσιοδότηση προς τούτο αν και προσαρμόζεται στις νέες απειλές. Αποτρέπει να αναπτυχθεί ένας εν δυνάμει κίνδυνος, να αφοπλιστεί. Ο αφοπλισμός δεν είναι το μόνο αλλά και ο εκδημοκρατισμός, η έλλειψη του οποίου δημιουργεί και το φαινόμενο της απειλής.
Αυτό το θεώρημα πρωτίστως αναπτύχθηκε ακαδημαϊκά αλλά προωθήθηκε και σε policy-making επίπεδο. Εκφράζει όμως μεταξύ πολλών την αντίληψη για την αντιμετώπιση απειλών που δεν ήταν δυνατόν να έχουν προβλεφθεί την εποχή που συνήφθη ο Χάρτης/ΟΗΕ. Προσκρούει όμως έντονα στην τυπική νομική σκέψη. Εξάλλου ως εγχείρημα απέτυχε και τέθηκε στο ράφι των αξιώσεων. Επικρατεί η πιο συντηρητική που προσηλώνεται στο γράμμα του Χάρτη, δηλαδή να έχει συμβεί η επίθεση για να ασκηθεί η άμυνα.
Εκτός εάν εξουσιοδοτηθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Γεγονός που έλειπε το 2003, για να αποκτήσει η τότε επέμβαση το μανδύα νομιμότητας, όταν η Γαλλία για καθαρά πολιτικούς λόγους, διαφοροποιήθηκε, διαφώνησε και μπλόκαρε την απόφαση. Αν και τότε η επέμβαση συγκέντρωσε ικανή συμμετοχή κρατών προθύμων για την επέμβαση και αλλαγή καθεστώτος. Πάντως στην περίπτωση της παρούσας επέμβασης στο εγχείρημα συναίνεσης και υποστήριξης, λεκτικά, έχουν προστεθεί το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Γερμανία.
Επί του θέματος:
Πάντως, ο Μόνιμος Αντιπρόσωπος του Ισραήλ στον ΟΗΕ πρέσβης Ντάνι Ντανόν, κατά τη συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας στις 28/2 ανέφερε ότι το Ισραήλ ενεργεί για να αποτρέψει μια άμεση και υπαρξιακή απειλή και ότι στόχος της επέμβασης ως δικαίωμα άμυνας είναι να σταματήσει μια απειλή προτού εξελιχθεί σε μη ανατρέψιμη. Αυτός είναι ο στόχος όπως τον εκλαμβάνει το Ισραήλ, εξεταζόμενος στο πλαίσιο των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν.
Στόχος επίσης με τον μαζικό αποκεφαλισμό όλης της ηγεσίας του Ιράν είναι η προσδοκία να υπάρξει αλλαγή καθεστώτος. Για το Ισραήλ η αλλαγή καθεστώτος εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο που αναφέραμε της preemptive self-defense. Εκ προοιμίου να αναφέρουμε ότι οι προηγηθείσες απόπειρες ανάλογου αποτελέσματος στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ απέτυχαν πανηγυρικά.
Διότι μια τέτοια πρωτοβουλία απαιτεί και τη συμμετοχή του λαού να ανταποκριθεί και προσαρμοστεί σε θεσμούς και σε συντεταγμένη κοινωνία και αποτελεσματική πολιτική ελίτ για τον καθολικό έλεγχο της επικράτειας, να μην εκφυλιστεί σε κράτος παρία (rogue) ή αποτυχημένο (failed). Στην περίπτωση του Ιράν το καθεστώς είναι ανθεκτικό και δύσκολα θα διαρραγεί. Αυτό επισημαίνεται από μεγάλη μερίδα σοβαρών αναλυτών και ακαδημαϊκών για να διαλύσουν όποια φιλόδοξα σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ λογαριάζουν χωρίς τον ξενοδόχο. Επίσης αλλαγή καθεστώτος χωρίς χερσαίες δυνάμεις και βάθος χρόνου είναι αδιανόητη (το παραδέχθηκε ο Τραμπ στο διάγγελμα της 2/3).
Απαιτείται δε ένα καθεστώς που θα διασφαλίζει σταθερότητα και ειρηνικό περιβάλλον. Που θα μπορεί να συμφωνήσει με τα κράτη τα οποία σήμερα είναι στα χαρακώματα, να συμφωνήσουν σε ένα πλαίσιο ομαλότητας και καλής γειτονίας. Ποια θα είναι η πολιτική ελίτ που θα τα εγγυηθεί έναντι αυτών που προκαλούν την αναδιάταξη της ισορροπίας και το ξαναμοίρασμα της τράπουλας στην περιοχή; Το Ιράν ετοιμάζει μια διάδοχη κατάσταση εκ των ενόντων. Είναι αυτό που θα τερματίσει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις; Ή θα υπάρξει επιμονή προς εκδημοκρατισμό;
Προς το παρόν ένας διμερής πόλεμος (ΗΠΑ/Ισραήλ-Ιράν) εξαπλώνεται σε περιφερειακό. Ειδικά ισχύει για τα πλήγματα στο Μπαχρέιν και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα για τα οποία κράτη φαίνεται ότι πληρώνουν την αποσκίρτηση από το πλέγμα του αντι-Ισραηλινού μετώπου αφότου εντάχθηκαν στο δεσμό των συμφωνιών Αβραάμ (2020). Τα ίδια ισχύουν και για τη Σαουδική Αραβία, το Κουβέϊτ και το Κατάρ χωριστά για τα πλήγματα κατά των αμερικανικών βάσεων. Αντίστοιχα το Ισραήλ πλήττει δομές της Χεζμπολάχ -αντιπρόσωπο του Ιράν- στο Λίβανο.
Επιπτώσεις:
Εκτός από τις οικονομικές επιπτώσεις η αναταραχή από την σύρραξη με το Ιράν είναι πιθανόν να επιφέρει ανυπολόγιστο κόστος και ζημία στη ναυτιλία. Ήδη ο εγκλωβισμός τόσων τάνκερ στον Κόλπο μετά το κλείσιμο των στενών του Ορμούζ επιβαρύνει έτι περαιτέρω τις διεθνείς συναλλαγές και τις ελλείψεις σε ορυκτά καύσιμα.
Ο πόλεμος θα διευρυνθεί έτι περαιτέρω, ήδη διακλαδώνεται στο Λίβανο και την Κύπρο, προς την πλευρά της Μεσογείου, εκτός από τα φαινόμενα να προσβάλλονται κράτη του Κόλπου. Θα δυσκολέψει ακόμη περισσότερο εάν αντί της αλλαγής καθεστώτος προκύψει μια ανεξέλεγκτη εμφύλια σύρραξη εντός του Ιράν με πολλαπλές επιπτώσεις εκτός συνόρων με κύρια την διάρκεια του πολέμου και την μετανάστευση. Είναι επικίνδυνο και πρέπει να προσεχθεί στη φάση της μεταβατικής κυβέρνησης, εφόσον το βαθύ κράτος του Ιράν αφήσει αυτό να αναπτυχθεί. Πως θα αποκτήσει εσωτερική και εξωτερική νομιμοποίηση. Τα έχει διερευνήσει αυτά το επιτελείο Τραμπ και οι σύμβουλοι του Νετανιάχου;
Πέτρος Λιάκουρας, Καθηγητής Διεθνούς Δικαίου, στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς







































