Μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή επικαλούνται οι Financial Times, συνδέοντας την ένταση στη Μέση Ανατολή και τις πιέσεις στον ταχέως αναπτυσσόμενο κλάδο του private credit με ότι συνέβη το 2008. Τις συνθήκες δηλαδή που προηγήθηκαν της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Υπενθυμίζεται εδώ ότι το καλοκαίρι του 2008, λίγο πριν ξεσπάσει η μεγάλη κρίση, αλλά υπήρχαν οι ενδείξεις, δύο ανησυχητικές χρηματοοικονομικές εξελίξεις συνέπεσαν. Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν σχεδόν στα 150 δολάρια το βαρέλι και τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια που κατείχαν στεγαστικά δάνεια υψηλού κινδύνου (subprime) άρχισαν να ανακοινώνουν αυξανόμενες ζημιές.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχει κίνδυνος μιας νέας συστημικής κρίσης τύπου 2008
Σήμερα, πολλοί επενδυτές αισθάνονται ένα έντονο déjà vu. Η αμερικανοϊσραηλινή επίθεση κατά του Ιράν έχει προκαλέσει έντονες διακυμάνσεις στην τιμή του πετρελαίου. Αν και οι τιμές παραμένουν χαμηλότερες από το ιστορικό υψηλό του 2008, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός, εξακολουθεί να υπάρχει περιθώριο περαιτέρω ανόδου, δεδομένου του μεγέθους των πιθανών διαταραχών στην αγορά.
Την ίδια στιγμή, αρνητικές εξελίξεις προέρχονται και από τον μη τραπεζικό χρηματοπιστωτικό τομέα, αυτή τη φορά από τα funds private credit. Οι ρυθμιστικές αρχές έχουν επανειλημμένα προειδοποιήσει ότι ο συγκεκριμένος κλάδος δείχνει σημάδια υπερθέρμανσης, ενώ μεγάλες τράπεζες όπως η JPMorgan έχουν αρχίσει να μειώνουν την έκθεσή τους σε αυτόν. Μάλιστα, ο επικεφαλής της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, έχει παρομοιάσει ορισμένα από τα προβληματικά δάνεια του κλάδου με «κατσαρίδες» που κρύβονται στο σύστημα.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι ότι πολλά επενδυτικά κεφάλαια – από εκείνα που διαχειρίζονται κολοσσοί όπως η Morgan Stanley και η BlackRock έως πιο εξειδικευμένοι παίκτες όπως η Blue Owl και η Cliffwater, αναφέρουν αυξανόμενες προσπάθειες επενδυτών να αποσύρουν τα χρήματά τους.
Ο ρόλος της Τεχνητής Νοημοσύνης
Η τάση αποδίδεται σε φόβους ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υπονομεύσει το επιχειρηματικό μοντέλο πολλών εταιρειών λογισμικού που χρηματοδοτούνται μέσω private credit. Παράλληλα, ο κλάδος αντιμετωπίζει μια «οροφή» εξαγορών ύψους περίπου 40 δισ. δολαρίων το 2028, ενώ πρόσφατες εξελίξεις, όπως η κατάρρευση της βρετανικής εταιρείας δανεισμού MFS, ενισχύουν τις ανησυχίες.
Παρότι τα περισσότερα funds private credit διαθέτουν κανόνες που περιορίζουν τις εξαγορές επενδυτών σε περίπου 5% των περιουσιακών στοιχείων ανά τρίμηνο, επιτρέποντάς τους να «κλείνουν την πόρτα» σε υπερβολικές εκροές, η μαζική προσπάθεια αποχώρησης επενδυτών θυμίζει έντονα το 2008.
Σε αυτό το πλαίσιο, όπως σημειώνουν οι Financial Times, ο υψηλόβαθμος τραπεζίτης της Goldman Sachs Κουνάλ Σαχ φέρεται να είπε σε πελάτες ότι πολλοί χρηματοδότες «είναι απλώς ευχαριστημένοι που υπάρχει κάτι άλλο να συζητηθεί εκτός από την έκθεση στο λογισμικό και το private credit», αναφερόμενος στον πόλεμο με το Ιράν.
Με πιο ωμό τρόπο, επισημαίνεται ότι η μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης προς τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή εξυπηρετεί όχι μόνο πολιτικά πρόσωπα, όπως τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, για τον οποίο η σύγκρουση λειτουργεί ως αντιπερισπασμός από άλλες πολιτικές υποθέσεις, αλλά και ορισμένους χρηματοοικονομικούς κύκλους που προτιμούν να αποφύγουν την προσοχή γύρω από τις ευπάθειες του private credit.

Πόσο κοντά είμαστε στη κρίση
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχει κίνδυνος μιας νέας συστημικής κρίσης τύπου 2008. Αρκετοί αναλυτές φαίνεται να καθησυχάζουν. Τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.
Ένας λόγος είναι ότι η αγορά private credit, αν και αναπτύσσεται ταχύτατα, εκτιμάται περίπου στα 2 τρισ. δολάρια, γεγονός που την καθιστά σχετικά μικρή σε σχέση με το συνολικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι το τραπεζικό σύστημα φαίνεται σήμερα καλύτερα προετοιμασμένο για οικονομικούς κραδασμούς, όπως η απότομη άνοδος των τιμών ενέργειας.
Όπως έχει επισημάνει ο επικεφαλής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος, οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών έχουν ενισχυθεί σημαντικά. Ο δείκτης βασικών κεφαλαίων (Tier 1) ανέρχεται πλέον στο 14,3%, έναντι λιγότερο από 10% το 2011. Παράλληλα, τα αποθέματα υψηλής ποιότητας ρευστών στοιχείων ενεργητικού έχουν αυξηθεί κατά 55%, ενώ η σταθερή χρηματοδότηση των τραπεζών έχει ενισχυθεί κατά περίπου 40%.
Επιπλέον, επειδή τα επενδυτικά funds μπορούν να περιορίζουν τις εκροές μέσω των λεγόμενων «gates» και δεν υποχρεούνται να αναπροσαρμόζουν άμεσα την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων τους, δεν παρατηρούνται μέχρι στιγμής μαζικές καταρρεύσεις. Η κατάσταση μοιάζει περισσότερο με μια αργή διάβρωση παρά με μια ξαφνική κατάρρευση.
Οι κίνδυνοι
Ωστόσο, ακόμη κι αν οι άμεσοι κίνδυνοι είναι περιορισμένοι, οι μεσοπρόθεσμες απειλές αυξάνονται. Όταν οι επενδυτές αντιλαμβάνονται ότι υπάρχουν μη πραγματοποιημένες ζημιές στο σύστημα, η εμπιστοσύνη μπορεί να διαβρωθεί γρήγορα. Κάτι τέτοιο συνέβη στην Ιαπωνία τη δεκαετία του 1990, όταν οι τράπεζες έκρυβαν ζημιές και οι επενδυτές δυσκολεύονταν να αποχωρήσουν.
Παρότι ο κλάδος του private credit αναπτύχθηκε εν μέρει επειδή μετά το 2008 οι ρυθμιστικές αρχές επέβαλαν αυστηρότερους κανόνες στις τράπεζες, αφήνοντας σε μεγάλο βαθμό εκτός εποπτείας τον μη τραπεζικό τομέα, οι δύο κόσμοι παραμένουν στενά συνδεδεμένοι.
Όπως σημειώνει ο επικεφαλής της BIS, οι τράπεζες λειτουργούν συχνά ως δανειστές, αντισυμβαλλόμενοι, πάροχοι υπηρεσιών ή ακόμη και ως έσχατο δίχτυ ασφαλείας για μη τραπεζικούς οργανισμούς. Αυτό δημιουργεί ένα «περίπλοκο οικοσύστημα μόχλευσης, μετασχηματισμού ρευστότητας και κινδύνου διάρκειας» που βρίσκεται σε μεγάλο βαθμό εκτός άμεσου ρυθμιστικού ελέγχου.
Παραμένει ασαφές αν οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να ηγηθούν μιας διεθνούς προσπάθειας για την αντιμετώπιση μιας διασυνοριακής χρηματοπιστωτικής κρίσης
Ο ρόλος του πετρελαίου
Οι ευπάθειες του κλάδου θα μπορούσαν να ενταθούν ακόμη περισσότερο εάν αυξηθούν τα μακροπρόθεσμα επιτόκια. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί σε περίπτωση που οι τιμές του πετρελαίου και άλλων βασικών αγαθών αυξηθούν λόγω παρατεταμένης διακοπής της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ.
Αν μια τέτοια εξέλιξη προκαλέσει αναταραχή στις αγορές ομολόγων, τότε αναδύεται και ένας άλλος, λιγότερο συζητημένος κίνδυνος, δηλαδή η έλλειψη διεθνούς συντονισμού.
Ο πρώην αξιωματούχος της κυβέρνησης Ομπάμα, Ρόμπερτ Χόρματς επισημαίνει ότι μετά την κρίση του 2008 οι ηγέτες της G20 συντόνισαν τις πολιτικές τους για να περιορίσουν τις επιπτώσεις της κρίσης, ενώ κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και στην ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση της δεκαετίας του 1990. Ωστόσο, όπως υποστηρίζει, τέτοιου είδους συνεργασία προϋποθέτει εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών, εμπιστοσύνη που, κατά τον ίδιο, έχει υπονομευθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.
Αυτό σημαίνει ότι σήμερα παραμένει ασαφές αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν να ηγηθούν μιας διεθνούς προσπάθειας για την αντιμετώπιση μιας διασυνοριακής χρηματοπιστωτικής κρίσης, ιδιαίτερα όταν τα δημοσιονομικά και νομισματικά περιθώρια είναι πλέον περιορισμένα.
Με άλλα λόγια, ο συνδυασμός της σύγκρουσης με το Ιράν και των πιέσεων στο private credit ίσως να μην είναι αρκετός για να προκαλέσει μια νέα παγκόσμια ύφεση, αλλά θα μπορούσε να πυροδοτήσει σοβαρούς χρηματοπιστωτικούς κραδασμούς.





































