Η Ευρώπη και η Ελλάδα βρίσκονται ξανά αντιμέτωπες με πιέσεις που θυμίζουν την κρίση του 2022, καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή προκαλεί νέα άνοδο στις τιμές ενέργειας. Οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου αυξήθηκαν σημαντικά, ενώ παρουσιάζουν υψηλή ευαισθησία τόσο σε ειδήσεις που αφορούν στη φύση των στρατιωτικών επιχειρήσεων όσο και σε κατευναστικές δηλώσεις ή διπλωματικές απειλές.
Παρά τη μεγαλύτερη διαφοροποίηση ενεργειακών πηγών που έχει επιτευχθεί σε σχέση με το παρελθόν, η παρατεταμένη διαταραχή στη διέλευση των Στενών του Ορμούζ – από όπου περνά μέρος των παγκόσμιων ενεργειακών φορτίων – επιδρά στο ύψος των ασφαλίστρων, των ναύλων και εν τέλει των τιμών. Η Ευρωπαϊκή Ενωση εισέρχεται σε αυτή την κρίση με σαφώς μεγαλύτερη έκθεση σε σχέση με άλλες μεγάλες οικονομίες.
Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, που διαθέτουν υψηλή ενεργειακή αυτάρκεια, η Ευρώπη παραμένει καθαρός εισαγωγέας ενέργειας και είναι ευάλωτη σε κάθε διαταραχή των παγκόσμιων εφοδιαστικών ροών. Ο συνδυασμός πληθωριστικών πιέσεων και περιοριστικής νομισματικής πολιτικής με αυξήσεις επιτοκίων μπορεί να ανακόψει τη μέχρι τώρα εύθραυστη ευρωπαϊκή ανάκαμψη.
Σε ένα δυσμενές σενάριο παρατεταμένης σύρραξης, η απώλεια ανταγωνιστικότητας και η επιβάρυνση της μεταποίησης θα μπορούσαν να γίνουν αισθητές γρηγορότερα από ό,τι σε άλλες μεγάλες οικονομίες. Η ελληνική οικονομία διατηρεί έναν υψηλότερο ρυθμό οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με την Ευρωπαϊκή Ενωση και επιδεικνύει σημαντική ανθεκτικότητα.
Το εύρος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί από ορισμένες κρίσιμες παραμέτρους, όπως η διάρκεια της σύγκρουσης, ο βαθμός διαταραχής στις ενεργειακές ροές, καθώς και ο αριθμός των απειλούμενων χωρών που θα ορίσει εν τέλει την επηρεαζόμενη γεωγραφική έκταση από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η επίδραση της αμερικανο-ισραηλινής σύγκρουσης με το Ιράν στην ελληνική οικονομία διαχέεται κυρίως μέσω τεσσάρων αλληλένδετων καναλιών.
Πρώτον, το ενεργειακό κόστος, καθώς η Ελλάδα παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε διαταραχές της εφοδιαστικής αλυσίδας και οποιαδήποτε άνοδος στις διεθνείς τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένες δαπάνες παραγωγής, υψηλότερες τιμές καυσίμων και ενισχυμένες πληθωριστικές προσδοκίες που μπορεί να επιβαρύνουν το κόστος διαβίωσης και την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Δεύτερον, το κανάλι της αβεβαιότητας, αφού η γεωπολιτική αστάθεια οδηγεί σε αναβολή επενδυτικών αποφάσεων, επιδεινώνει το οικονομικό κλίμα και αυξάνει τον κίνδυνο χρηματοοικονομικής μεταβλητότητας, ειδικά σε μια περίοδο που οι διεθνείς αγορές χαρακτηρίζονται ήδη από νευρικότητα.
Τρίτον, το κανάλι της εξωτερικής ζήτησης τουριστικών υπηρεσιών, μέσω πιθανής επιβράδυνσης των κρατήσεων ή προσωρινής προσαρμογής των ταξιδιωτικών προτύπων, καθώς προσεγγίζουμε την έναρξη της τουριστικής περιόδου. Ωστόσο, σε περίπτωση που η σύγκρουση διαμορφώσει περιβάλλον αστάθειας αποκλειστικά σε ανταγωνιστικούς προορισμούς, η Ελλάδα θα μπορούσε να αποκομίσει σημαντικά οφέλη σε όρους μεριδίου αγοράς.
Τέταρτον, το κανάλι του κόστους πρώτων υλών και της μεταποίησης, όπου ενδεχόμενες διεθνείς ανατιμήσεις επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των ενεργοβόρων βιομηχανιών.
Στο πλαίσιο αυτό η χώρα στηρίζεται σε δύο παράγοντες μετριασμού των κινδύνου και άμβλυνσης των επιπτώσεων της γεωπολιτικής αστάθειας.
Πρώτον, τη δημιουργία διαδοχικών υψηλών πρωτογενών δημοσιονομικών πλεονασμάτων τα τελευταία έτη που παρέχει τον απαιτούμενο δημοσιονομικό χώρο για μέτρα στήριξης της οικονομικής δραστηριότητας και των ευάλωτων στην κρίση νοικοκυριών.
Δεύτερον, την απορρόφηση των κονδυλίων του ΤΑΑ που εξασφαλίζει την ολοκλήρωση επενδυτικών σχεδίων που θα στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα, παρά το περιβάλλον αβεβαιότητας.
*Ο κ. Παναγιώτης Καπόπουλος είναι Chief Economist της Alpha Bank





































