Την περασμένη εβδομάδα είχαμε μια από τις πιο σημαντικές αποκαλύψεις για το σκάνδαλο των υποκλοπών, το Μαξίμουgate. Ο Ταλ Ντίλιαν, ένας από τους «ιδιώτες» που καταδικάστηκαν πρωτόδικα για τις υποκλοπές, δήλωσε (στην Δώρα Αναγνωστοπούλου και στην εκπομπή MegaStories) ότι η εταιρεία του παρέχει το παράνομο κατασκοπευτικό λογισμικό Predator μόνο σε κυβερνήσεις και κρατικές υπηρεσίες ασφαλείας και αυτό ακριβώς έκανε και στην Ελλάδα.
Με άλλα λόγια επιβεβαίωσε αυτό που όλοι είχαμε υποπτευθεί εξαρχής, ότι δηλαδή ήταν η ελληνική κυβέρνηση και η ΕΥΠ που προμηθεύτηκαν το κατασκοπευτικό λογισμικό που χρησιμοποιήθηκε στην προσπάθεια να «μολυνθούν» τα τηλέφωνα υπουργών, δικαστικών, ανώτατων αξιωματικών, πολιτικών, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών.
Δηλαδή, αποκάλυψε ότι το Μέγαρο Μαξίμου, δηλαδή ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο ανιψιός του και γενικός γραμματέας του τότε, Γρηγόρης Δημητριάδης, έκαναν την πολιτική επιλογή να προμηθευτούν λογισμικό για να παρακολουθούν το μισό υπουργικό συμβούλιο, την ηγεσία του στρατού και της δικαιοσύνης, επιχειρηματίες και δημοσιογράφους. Και μάλιστα, αφού πρώτα είχαν δοκιμάσει να κάνουν το ίδιο πράγμα χρησιμοποιώντας τις «νόμιμες επισυνδέσεις» της ΕΥΠ, που όμως δεν προσέφεραν τις ίδιες δυνατότητες με το λογισμικό Predator.
Η είδηση αυτή για τις υποκλοπές υπογραμμίστηκε από τα Μέσα που δεν έχουν ξεχάσει τι σημαίνει δημοσιογραφία και ενημέρωση και αποσιωπήθηκε από εκείνα, που είναι πολύ χορτασμένα από κρατική διαφήμιση, για να ασχοληθούν με τη δημοσιογραφία, ακόμη και όταν έχει αποκαλυφθεί ότι και οι ιδιοκτήτες τους είχαν βρεθεί στο στόχαστρο του Predator.
Η κυβέρνηση επέλεξε να αρνηθεί να απαντήσει επί της ουσίας σε αυτή την αποκάλυψη. Φάνηκε αυτό από την άρνηση του κυβερνητικού εκπροσώπου να τοποθετηθεί απέναντι στις επίμονες ερωτήσεις των δημοσιογράφων και να οχυρωθεί για άλλη μια φορά πίσω από το διαβόητο πόρισμα του Αρείου Πάγου.
Μόνο που το πόρισμα αυτό είναι σαν μην υπάρχει. Πιο σωστά, υπάρχει μόνο ως μια αρνητική στιγμή στην ιστορία της ελληνικής δικαιοσύνης, που αντί να ρίξει φως σε μια δυσώδη υπόθεση, απλώς επιβεβαίωσε ότι όποιος υποκλέπτει τις επικοινωνίες δικαστικών, μετά εξασφαλίζει ευνοϊκές τοποθετήσεις της δικαιοσύνης.
Και είναι σαν να μην υπάρχει, γιατί υπήρξε και μια φωτεινή στιγμή της δικαιοσύνης. Αυτή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έκανε τη δουλειά του και όχι μόνο καταδίκασε τους τέσσερις ιδιώτες, αλλά και έφερε στο φως κρίσιμα στοιχεία που η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου έκανε ότι δεν υπήρχαν, διαβίβασε τη δικογραφία για αναβάθμιση των κατηγοριών και διεύρυνση της λίστας των υπόπτων, ανοίγοντας τον δρόμο για την πραγματική διερεύνηση της υπόθεσης. Και βέβαια με το να καταδικάσει τους τέσσερις ιδιώτες, σε βαριές ποινές και άρα να τους φέρει αντιμέτωπους με το ενδεχόμενο να γίνουν τα εξιλαστήρια θύματα, αυτή τη στιγμή τους εξωθεί, αντικειμενικά, να κάνουν και αυτοί αποκαλύψεις για την κυβερνητική συμβολή στο σκάνδαλο, ιδίως από τη στιγμή που για όλες τις άδειες προμήθειας του Predator και χαρτιά υπάρχουν και αποδείξεις.
Καθόλου όμως ασφαλές καταφύγιο δεν είναι για την κυβέρνηση και το επιχείρημα περί «μη ύπαρξης κρατικής εμπλοκής» στις υποκλοπές και «υπόθεση ιδιωτών». Γιατί όπως επισημαίνουν ειδικοί εάν το το Predator δεν αποτελεί κυβερνητική προμήθεια και το χρησιμοποιούσαν ιδιώτες, χωρίς την επίσημη συμμετοχή της ΕΥΠ ή του Ελληνικού Κράτους, έχουμε πλέον, μετά την δικαστική απόφαση της καταδίκης του Φέλιξ Μπίτζιου της Intellexa, δύο ενδεχόμενα:
α) είτε ιδιώτες και εξωεθνικοί παράγοντες παρακολουθούσαν εντός της χώρας, αξιωματούχους της κυβέρνησης, των Ενόπλων Δυνάμεων και επιχειρηματίες και ως εκ τούτου η ΕΥΠ πρέπει να ξεκινήσει «διαδικασία» και έρευνα για την εξάρθρωση του συνόλου του δικτύου παρακολουθήσεων, τη διερεύνηση του περιεχομένου της παρακολούθησης και των σκοπών αυτής. Να διαταχθεί έρευνα σκοπιμότητας από τον Άρειο Πάγο και ως υποστηρικτής κατηγορίας να δηλώσει παράσταση και η Ελληνική Πολιτεία.
β) είτε να δεχθούμε πως ένα κλιμάκιο της ΕΥΠ αυτονομήθηκε και αυτοβούλως συνεργάστηκε με δίκτυο ξένων πρακτόρων με σκοπό την παρακολούθηση κρίσιμων «στόχων», υποβοηθώντας με αυτό τον τρόπο κατασκοπεία κατά της χώρας και διευκόλυνση στη διάτρηση της Εθνικής Ασφάλειας και της θεσμικής πολιτειακής προστασίας. Οπότε θα κινηθούν αναλόγως οι διαδικασίες που προβλέπονται τόσο σε δικαστικό, όσο και σε διοικητικό εσωτερικό έλεγχο στην Υπηρεσία.
Κοινώς το ότι εξακολουθεί να προσποιείται η κυβέρνηση πως δεν γνωρίζει ποιος ακριβώς ήταν ο χειριστής του Predator δεν αμβλύνει τις ευθύνες της, ούτε διαφεύγει από τις παραπάνω εκδοχές, αντιθέτως τις ενισχύει!
Κρίσιμο και επιτακτικό ερώτημα, που επιβαρύνει τη θέση της κυβέρνησης, αφορά και το «προϊόν» που προέκυψε από τις επισυνδέσεις του Predator. Εάν έχει αποτελέσει μέρος αναφορών ανάμεσα σε κλιμάκια της ΕΥΠ, έχει πρωτοκολληθεί και έχει καταχωρηθεί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες ασφαλείας ευαίσθητων για την εθνική ασφάλεια πληροφοριών, τότε αποτέλεσε συγγνωστό κυβερνητικό project. Εάν όχι, ισχύουν τα ενδεχόμενα που αναφέρθηκαν παραπάνω και πρέπει να εξεταστεί η περίπτωση, ως γεγονός υψίστης σημασίας λόγω διακεκριμένης εθνικής δολιοφθοράς και συστηματικής κατασκοπείας κατά της χώρας.
Η κυβέρνηση έχει βρεθεί με την πλάτη στον τοίχο και προφανώς θα κάνει ό,τι μπορεί για να μην προχωρήσουν οι αποκαλύψεις. Ήδη προσπαθεί να ασκήσει κάθε πιθανή επιρροή στη δικαιοσύνη για να μην συνεχιστεί η δικαστική διερεύνηση και φτάσει κοντά στις κυβερνητικές ευθύνες. Θα προσπαθήσει να αποφύγει όσο μπορεί το ενδεχόμενο νέας εξεταστικής επιτροπής. Θα ανακαλύψει προφανώς «διαχρονικές ευθύνες», όπως έκανε και με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Μόνο που όλα αυτά θα πέσουν στο κενό. Το κουβάρι των αποκαλύψεων για τις υποκλοπές δεν πρόκειται να σταματήσει εδώ. Η αναφορά για πρώτη φορά του Αντώνη Σαμαρά, που υπήρξε θύμα των υποκλοπών, στο θέμα από τη βήμα της Βουλής δεν ήταν τυχαία, ενώ και οι πληροφορίες ότι ετοιμάζονται νέες προσφυγές προοιωνίζονται ραγδαίες εξελίξεις. Σύντομα η πραγματική κυβερνητική εμπλοκή θα έρθει στο φως. Δηλαδή, θα έρθει πλήρως στο φως ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα παράνομης παρακολούθησης στην Ευρώπη και η ελληνική κοινωνία θα βρεθεί αντιμέτωπη με το γεγονός ότι αυτό που μεθόδευσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του, ήταν στην πραγματικότητα ένα επιτελικό παρακράτος και μια πλήρης εργαλειοποίηση του κρατικού μηχανισμού και μάλιστα των υπηρεσιών ασφαλείας για τους πιο κοντόθωρους μικροπολιτικούς, κομματικούς και σε ορισμένες περιπτώσεις προσωπικούς σχεδιασμούς.
Και όταν συμβεί αυτό, τότε η κυβέρνηση και η Νέα Δημοκρατία θα διαπιστώσουν ότι εν τέλει η κοινοβουλευτική πλειοψηφία δεν αποτελεί απαλλακτικό βούλευμα και ότι δεν μπορεί να αποτρέψει την αναμέτρηση με τις πραγματικές πολιτικές και ποινικές ευθύνες που της αναλογούν.
Πηγή: in.gr
















![Οι αλλαγές στα ψηφιακά στοιχεία διακίνησης αποθεμάτων [Μέρος 7o]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/taxes-scaled-1-1024x732-1-1.jpg)





















