Mνημόνο κατανόησης, βάσει του οποίου θα αποκτήσει από τους δανειστές τις υφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις των εταιρειών Avramar Aquaculture S.A., Andromeda S.A., Perseus S.A. και Avramar Commercial and Logistics S.A. (συλλογικά, «Avramar Ελλάδας»), υπέγραψε η Cooke Inc.
Cooke και Avramar
Όπως αναφέρει στην ανακοίνωσή της σε συνδυασμό με την ήδη υφιστάμενη συμφωνία της Cooke για την απόκτηση του μετοχικού κεφαλαίου της Avramar Ελλάδας, με την ολοκλήρωση της συναλλαγής η Cooke θα αποκτήσει τον επιχειρησιακό έλεγχο της Avramar Ελλάδας.
Οι αρχικές εταιρείες που απαρτίζουν τον όμιλο Avramar Ελλάδας ιδρύθηκαν το 1981 και η εταιρεία έχει εξελιχθεί σε ηγετική δύναμη στη μεσογειακή ιχθυοκαλλιέργεια, αναφέρεται.
Πρόκειται για μια κάθετα ολοκληρωμένη δραστηριότητα που περιλαμβάνει ιχθυογεννητικούς σταθμούς, θαλάσσιες μονάδες εκτροφής, εγκαταστάσεις επεξεργασίας και συσκευασίας, καθώς και παραγωγή ιχθυοτροφών. Οι πιστοποιήσεις βιωσιμότητας της εταιρείας αναγνωρίζονται από τον Global Sustainable Seafood Initiative (GSSI) και τον Global Food Safety Initiative (GFSI).
Η ολοκλήρωση της συναλλαγής
Η ολοκλήρωση της συναλλαγής τελεί υπό την αίρεση της υπογραφής των οριστικών συμβάσεων και των συνήθων όρων ολοκλήρωσης και αναμένεται να πραγματοποιηθεί το συντομότερο δυνατό.
Η Cooke Aquaculture Inc. ιδρύθηκε το 1985 από την οικογένεια Cooke στο Νιου Μπράνσγουικ του Καναδά. Ξεκινώντας με μία μονάδα εκτροφής και 5.000 σολομούς, η Cooke Inc. έχει εξελιχθεί στη μεγαλύτερη ιδιωτική οικογενειακή εταιρεία θαλασσινών διεθνώς, απασχολώντας 13.000 εργαζόμενους παγκοσμίως.
Ο όμιλος εταιρειών Cooke δραστηριοποιείται παγκοσμίως στους τομείς της υδατοκαλλιέργειας και της αλιείας άγριων ιχθύων σε 15 χώρες.
Υπενθυμίζεται ότι στην κούρσα για την απόκτηση του ελέγχου της Avramar είχε αρχικώς μπει η η Aqua Bridge φτάνοντας μία ανάσα από την τελική συμφωνία. Ωστόσο η καναδική Cooke μπήκε δυναμικά στη διαδικασία, καταθέτοντας βελτιωμένες προσφορές και ανεβάζοντας τον πήχη. Η παρουσία της λειτούργησε ως μοχλός πίεσης, αυξάνοντας το τίμημα και ενισχύοντας τη διαπραγματευτική θέση των τραπεζών.



































