Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο πόλεμος στο Ιράν δεν αφορά μόνο τη Μέση Ανατολή. Οι επιπτώσεις του έχουν ήδη αρχίσει να διαχέονται στην Ευρωπαϊκή Οικονομία και φτάνουν με ταχύτητα και στην Ελλάδα.
Το ζήτημα πλέον αφορά την ένταση και τη διάρκεια των οικονομικών και άλλων επιπτώσεων .Και σε αυτό το πεδίο, η ελληνική οικονομία εμφανίζεται ιδιαίτερα εκτεθειμένη παρά τα καθησυχαστικά σχόλια φορέων και πολιτικών.
Η ενεργειακή διάσταση της κρίσης είναι καθοριστική. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν έναν από τους πιο κρίσιμους κόμβους της παγκόσμιας αγοράς ενέργειας. Οποιαδήποτε διαταραχή εκεί μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Για μια χώρα με υψηλή εξάρτηση από εισαγόμενη ενέργεια, η πίεση αυτή διαχέεται γρήγορα σε όλη την οικονομία και επιχειρήσεις .
Το βλέπουμε ήδη στην πράξη. Το κόστος καυσίμων αυξάνεται, οι μεταφορές και τα logistics λειτουργούν με μικρότερα περιθώρια, ενώ η ακτοπλοΐα, κρίσιμη για τη νησιωτική Ελλάδα, δέχεται νέο κύμα πιέσεων. Η βιομηχανία τροφίμων και η μεταποίηση βλέπουν το ενεργειακό κόστος να επανέρχεται στο επίκεντρο των αποφάσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο τουρισμός παραμένει ο πιο ευαίσθητος τομέας που επηρεάζει περισσότερο την οικονομία αλλά και χιλιάδες επιχειρήσεις. Η αύξηση των αεροπορικών καυσίμων οδηγεί σε ακριβότερα εισιτήρια και περιορίζει τη ζήτηση, ιδιαίτερα από τα μεσαία εισοδήματα που αποτελούν βασικό όγκο των επισκεπτών. Ένα νοικοκυριό στη Γερμανία ή στο Ηνωμένο Βασίλειο που πιέζεται από τον πληθωρισμό και το ενεργειακό κόστος επανεξετάζει τις επιλογές του. Είναι αυτονόητο ότι επίσης θα επηρεαστεί και η εμπειρία του ταξιδιώτη στην Ελλάδα όταν θα δει αυξημένες τιμές σε όλες τις υπηρεσίες που θα λάβει.
Παράλληλα, η ευρύτερη εικόνα αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο εφόσον ο πόλεμος δεν ολοκληρωθεί σύντομα- κάτι που δεν φαίνεται ιδιαίτερα πιθανό- επηρεάζει την ψυχολογία των ταξιδιωτών. Ακόμη και χωρίς άμεση απειλή, η αντίληψη του ρίσκου μεταφράζεται σε πιο επιφυλακτική ζήτηση.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις βρίσκονται έτσι αντιμέτωπες με μια διπλή πρόκληση. Από τη μία πλευρά, το αυξημένο κόστος περιορίζει τα περιθώρια κέρδους και εάν περάσουν ένα μεγάλο μέρος του κόστους στον καταναλωτή θα μειωθούν οι πωλήσεις τους. .Από την άλλη, η αβεβαιότητα για την πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας οδηγεί σε πιο συντηρητικές αποφάσεις και καθυστερήσεις επενδύσεων.
Η ενεργειακή κρίση δείχνει επίσης με τον πιο σαφή τρόπο ότι η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα, αλλά και στρατηγικό επιχειρηματικό ρίσκο. Οι επιχειρήσεις που έχουν επενδύσει σε ενεργειακή αποδοτικότητα και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας διαθέτουν σήμερα μεγαλύτερη σταθερότητα κόστους και καλύτερη προβλεψιμότητα.
Το ίδιο ισχύει και για την εφοδιαστική αλυσίδα. Οι εταιρείες που έχουν διαφοροποιήσει τα δίκτυά τους εμφανίζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε καταστάσεις κρίσης. Αντίθετα, όσες λειτουργούν με βραχυπρόθεσμη λογική βρίσκονται εκτεθειμένες σε αιφνίδιες ανατροπές.
Ακόμη και στον τουρισμό, η βιωσιμότητα συνδέεται πλέον άμεσα με την ανταγωνιστικότητα. Οι προορισμοί και οι επιχειρήσεις που επενδύουν σε βιώσιμες υποδομές και ποιοτικές υπηρεσίες με λογικό κόστος προσελκύουν κοινό και θα έχουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα σε οικονομικές πιέσεις. Για παράδειγμα ένα τουριστικό κατάλυμα που συνεχίζει να λειτουργεί με παραδοσιακούς τρόπους (π.χ., υψηλή κατανάλωση ενέργειας με υψηλό κόστος που περνάει στον πελάτη ) χωρίς να προσφέρει “πράσινες” επιλογές στους πελάτες του, όπως ηλιακή ενέργεια, ανακυκλωμένα υλικά ή πιστοποίηση βιωσιμότητας χάνει ανταγωνιστικότητα και πελάτες.
Η κρίση στο Ιράν λειτουργεί ως ένα ακόμη παράδειγμα ότι η εποχή της προβλεψιμότητας έχει τελειώσει. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι ενεργειακές αναταράξεις και οι διαταραχές στο εμπόριο διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας και για τις επιχειρήσεις μεγάλες και μικρές.
Για τις επιχειρήσεις , το ζητούμενο δεν θα πρέπει να περιορίζεται στη διαχείριση των επιπτώσεων. Αφορά τη μετάβαση σε ένα πιο ανθεκτικό οικονομικό μοντέλο, όπου η στρατηγική, η βιωσιμότητα και η διαχείριση ρίσκου συνδέονται άμεσα.
Οι επιχειρήσεις που θα αναγνωρίσουν έγκαιρα αυτή την μετάβαση στον πυρήνα της στρατηγικής τους θα έχουν σαφές πλεονέκτημα και θα παραμείνουν οικονομικά βιώσιμες.
Ο Νίκος Αυλώνας, Πρόεδρος Κέντρου Αειφορίας (CSE), Επισκέπτης Καθηγητής Βιώσιμης Ανάπτυξης, Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών






















![Οι αλλαγές στα ψηφιακά στοιχεία διακίνησης αποθεμάτων [Μέρος 7o]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/03/taxes-scaled-1-1024x732-1-1.jpg)


















