Τα πρώτα καμπανάκια για τις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή χτύπησαν. Καθαρά και –κυρίως– επίσημα. Η Τράπεζα της Ελλάδος στις πρόσφατες επισημάνσεις για την οικονομία αναθεωρεί επί τα… χείρω τις προβλέψεις της για την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό στην ελληνική οικονομία.
Το ΑΕΠ ψαλιδίζεται και πέφτει κάτω από 2% ενώ ο πληθωρισμός επιστρέφει ως πηγή ανησυχίας, αφού σπάει το φράγμα του 3%.
Η διπλή αυτή εξέλιξη δεν είναι απλώς μια στατιστική μεταβολή. Συνιστά μια ποιοτική αλλαγή του οικονομικού περιβάλλοντος. Η υποχώρηση των ρυθμών μεγέθυνσης, σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση των τιμών –ιδίως στην ενέργεια και στα βασικά αγαθά– δημιουργεί ένα κοκτέιλ που πιέζει ταυτόχρονα επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο τουρισμός –ο βασικός πυλώνας της οικονομίας– επανέρχεται στο επίκεντρο της ανησυχίας. Παρά το ισχυρό ξεκίνημα των προηγούμενων ετών, παράγοντες της αγοράς εκφράζουν ολοένα και πιο ανοιχτά τον προβληματισμό τους για τη φετινή σεζόν. Οι γεωπολιτικές εντάσεις, η μείωση της αγοραστικής δύναμης σε βασικές αγορές της Ευρώπης και το αυξημένο κόστος μετακίνησης δημιουργούν ένα πιο σύνθετο σκηνικό.
Δεν πρόκειται –τουλάχιστον προς το παρόν– για σενάριο κατάρρευσης. Πρόκειται όμως για μια σαφή μετατόπιση από την «εύκολη» ανάπτυξη σε μια περίοδο μεγαλύτερης αβεβαιότητας. Και σε μια οικονομία που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό, ακόμη και μικρές αποκλίσεις μπορούν να έχουν πολλαπλασιαστικές επιπτώσεις.
Την ίδια στιγμή, η Ευρώπη δείχνει να παραμένει εγκλωβισμένη στη γνωστή της αργοπορία. Και δείχνει έναν… ακατονόητο εφυσυχασμό.
Οι συζητήσεις για συντονισμένη αντιμετώπιση των πληθωριστικών πιέσεων ή για νέες παρεμβάσεις στήριξης προχωρούν με βραδείς ρυθμούς. Η έλλειψη γρήγορων και σαφών αποφάσεων εντείνει την αβεβαιότητα και μεταφέρει το βάρος προσαρμογής στις εθνικές οικονομίες.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι καλείται να διαχειριστεί μια πιο δύσκολη συγκυρία με περιορισμένα εργαλεία. Και εδώ αναδεικνύεται η εμφανής αμηχανία της κυβέρνησης. Και αυτό γιατί ενώ επικοινωνιακά βγαίνει… επιθετικά και δηλώνει έτοιμη να λάβει επιπλέον μέτρα -πέραν του πλαφόν στα περιθώρια κέρδους που μέχρι στιγμής τουλάχιστον δεν φαίνεται να έχει αποδώσει καρπούς-, από την άλλη υπάρχουν φωνές που μιλούν για την ανάγκη διατήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας καθώς οι αγορές… παραμονεύουν.
Η στάση αναμονής ωστόσο ενέχει κινδύνους για την πορεία της οικονομίας. Γιατί και η καθυστέρηση στη λήψη αποφάσεων μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καταστροφική με μια λανθασμένη επιλογή.
Η πραγματικότητα βεβαίως είναι ότι η εικόνα που διαμορφώνεται για την ελληνική οικονομία δεν είναι αυτή μιας οικονομίας σε κρίση. Είναι, όμως, η εικόνα μιας οικονομίας που εισέρχεται σε μια πιο απαιτητική φάση. Με χαμηλότερη ανάπτυξη, επίμονο πληθωρισμό και αυξημένη εξάρτηση από εξωγενείς παράγοντες. Τα πρώτα «καμπανάκια» έχουν ήδη χτυπήσει. Το ζητούμενο πλέον είναι αν θα ακουστούν εγκαίρως.







































