Τι θα μπορούσε να συμβεί εάν δύο από τις μεγαλύτερες εταιρείες ομορφιάς στον κόσμο, η Estée Lauder και η Puig, αποφάσιζαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους σε έναν κολοσσό με κεφαλαιοποίηση αγοράς περίπου 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Σίγουρα θα άλλαζαν οι ισορροπίες σε μία από τις πιο δυναμικές βιομηχανίες τους πλανήτη, όπου οι λιανικές πωλήσεις άγγιξαν τα 440-570 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024 και προβλέπεται να αυξάνονται κατά περίπου 5%-8,4% ετησίως έως το 2028-2030, όπως αναφέρει και το Forbes.
Ο αυξημένος ανταγωνισμός από κολοσσούς του κλάδου των ειδών πολυτελείας, όπως η LVMH και η L’Oréal, έχει εντείνει την ανάγκη για επέκταση, σύμφωνα και με όσα επισημαίνει το Fortune και το Reuters.
Η ισπανική Puig είχε βάλει στο μάτι την Kering, που προχώρησε σε συμφωνία με τον γαλλικό κολοσσός ομορφιάς L’Oreal πρόσφατα
Τι ανακοίνωσαν Estée Lauder – Puig
Σε ανακοίνωσή της, η ισπανική εταιρεία, η οποία κατέχει οίκους όπως η Byredo και η Charlotte Tilbury και κατασκευάζει αρώματα για τις μάρκες μόδας Rabanne και Carolina Herrera, επισήμανε πως οι δύο εταιρείες βρίσκονται σε συζητήσεις σχετικά με μια «πιθανή επιχειρηματική συγχώνευση», επιβεβαιώνοντας προηγούμενο δημοσίευμα των Financial Times και της Wall Street Journal.

Ο επικεφαλής του ισπανικού ομίλου Puig, Marc Puig
Η Puig και το «ελληνικό στοιχείο»
H ισπανική εταιρεία μόδας και αρωμάτων ιδρύθηκε το 1914 από τον Antonio Puig Castelló στη Βαρκελώνη της Καταλονίας και εξακολουθεί να διοικείται από την οικογένεια Puig. H εταιρεία εμπορεύεται τα προϊόντα της σε 150 χώρες και έχει άμεση παρουσία σε 26 από αυτές, απασχολώντας 4.472 άτομα παγκοσμίως. Το 2018 είχε 2 δισεκατομμύρια ευρώ καθαρά έσοδα και 242 εκατομμύρια ευρώ καθαρά κέρδη.
Τόσο στον τομέα της μόδας όσο και στον τομέα των αρωμάτων, η Puig δραστηριοποιείται με τα εμπορικά σήματα Nina Ricci, Carolina Herrera και Paco Rabanne. Στον τομέα της μόδας, είναι επίσης ο κύριος μέτοχος των Jean Paul Gaultier και Dries Van Noten. Στον τομέα των αρωμάτων, δραστηριοποιείται με τις εταιρείες L’Artisan Parfumeur, Penhaligon’s και με την άδεια των εμπορικών σημάτων Christian Louboutin, Comme des Garçons, Adolfo Dominguez, Antonio Banderas, Shakira και Benetton.
Ενώ στα καλλυντικά δραστηριοποιείται μέσω της γαλλικής Uriage, της πλειοψηφικής θυγατρικής, της βρετανικής Charlotte Tilbury και της ελληνικής Apivita, καθώς και της ισπανικής κοινοπραξίας Isdin.
Tο 2017, το ελληνικό brand ομορφιάς και δερμοκαλλυντικών που έφερε την υπογραφή του Νίκου Κουτσιανά και της συζύγου του Νίκης, βρέθηκε στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος του ισπανικού ομίλου Puig μέσω της εταιρείας χαρτοφυλακίου, Exea.
Μοναδική αξία
Η Puig έχει έδρα τη Βαρκελώνη και η χρηματιστηριακή της αξία ανέρχεται σε περίπου 10 δισεκατομμύρια δολάρια. Η εταιρεία εισήχθη στο χρηματιστήριο το 2024 και οι μετοχές της έχουν υποαποδώσει σημαντικά από τότε, εν μέρει λόγω της υποτονικής ζήτησης για αρώματα. Οι μετοχές της αυξήθηκαν σχεδόν κατά 14% την Τρίτη.
Η τιμή της μετοχής της Estée Lauder Companies έχει μειωθεί κατά περισσότερο από τα τρία τέταρτα από τις αρχές του 2022, καθώς η υπερβολική εξάρτηση από την υποτονική κινεζική αγορά και τα πολυκαταστήματα μείωσε τα έσοδά της.
Από την τοποθέτηση νέου διευθύνοντος συμβούλου, του Stéphane de La Faverie, πέρυσι, η εταιρεία έχει αρχίσει να εκσυγχρονίζεται, ανανεώνοντας μάρκες όπως η MAC Cosmetics και η Clinique, εισερχόμενη σε κανάλια υψηλότερης ανάπτυξης όπως η Amazon και η Sephora, και θέτοντας προς πώληση μάρκες με χαμηλότερες επιδόσεις.
Και οι δύο εταιρείες δραστηριοποιούνται επίσης στον χώρο της μόδας: η Estée Lauder Companies κατέχει την Tom Ford, ενώ η Puig ελέγχει εταιρείες όπως οι Jean Paul Gaultier, Dries Van Noten και Rabanne, όπως τονίζει και το Business of Fashion.

Ο CEO της Estée Lauder, Stéphane de La Faverie
Η μελλοντική εικόνα
«Η ανάπτυξη συρρικνώνεται, ενώ η αβεβαιότητα αυξάνεται λόγω της γεωπολιτικής και της κινεζικής αγοράς», σχολίασε στο Reuters ο Stefan Bauknecht, διαχειριστής χαρτοφυλακίου στην DWS της Deutsche Bank.
«Εν τω μεταξύ, ο ανταγωνισμός γίνεται όλο και πιο έντονος, επομένως η ενοποίηση και το μέγεθος είναι η απάντηση για όσους θέλουν να κερδίσουν σε αυτό το πλαίσιο».
Η συμφωνία θα έδινε στην Estée Lauder, η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα με τις χαμηλές πωλήσεις εμπορικών σημάτων καλλυντικών όπως οι Bobbi Brown, Jo Malone και Le Labo, πρόσβαση στις πολυπόθητες μάρκες αρωμάτων της Puig και σε κανάλια πωλήσεων απευθείας στον καταναλωτή. Θα έκανε επίσης τον αμερικανικό όμιλο λιγότερο εξαρτημένο από την πιεσμένη εγχώρια αγορά του αλλά και από την Κίνα.
Η συμφωνία θα ερχόταν λίγους μήνες αφότου ο γαλλικός κολοσσός ομορφιάς L’Oreal αγόρασε τα περιουσιακά στοιχεία ομορφιάς του ιδιοκτήτη της Gucci, Kering, την οποία είχε επίσης βάλει στο μάτι η Puig.
Η Puig έχει συνολική κεφαλαιοποίηση αγοράς περίπου 10 δισεκατομμυρίων ευρώ (11,6 δισεκατομμύρια δολάρια), συμπεριλαμβανομένων των μη εισηγμένων μετοχών της, ενώ η Estée Lauder αποτιμάται σε περίπου 29 δισεκατομμύρια δολάρια.

Οι οικονομικές λεπτομέρειες της σχεδιαζόμενης συμφωνίας δεν αποκαλύφθηκαν, αλλά οι αναλυτές ανέφεραν ότι η συναλλαγή θα μπορούσε να συνοδευτεί από ένα μεγάλο premium στην αποτίμηση της Puig εάν η ισπανική εταιρεία που ελέγχεται από την φερώνυμη οικογένεια, παραιτηθεί της ανεξαρτησίας της μετά από περισσότερο από έναν αιώνα.
Μια συμφωνία με την Estée Lauder θα έβαζε τέλος στην δύσκολη διετή πορεία της Puig ως εισηγμένης εταιρείας, κατά την οποία οι μετοχές της έχουν συνεχώς μειωθεί, διαπραγματευόμενες επί του παρόντος περίπου 30% κάτω από την αξία τους τον Μάιο του 2024, την εποχή της αρχικής δημόσιας προσφοράς.

Υπάρχει λογική;
«Μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η οικογένεια Puig θα παραιτηθεί από την ανεξαρτησία και τον έλεγχο της πλειοψηφίας», ανέφεραν οι αναλυτές της JPMorgan, προσθέτοντας ότι οι συνομιλίες θα μπορούσαν επίσης να πυροδοτήσουν την όρεξη και άλλων πιθανών υποψηφίων.
Οι δύο εταιρείες έχουν συζητήσει έναν συνδυασμό που περιλαμβάνει μετοχές και μετρητά, σύμφωνα με το Reuters. Η οικογένεια Puig θα μπορούσε να μοιραστεί τον έλεγχο της οντότητας με την οικογένεια Lauder, αν και οι όροι ενδέχεται να αλλάξουν.

































