Με τις αγορές τη μία φορά να δίνουν μια ευκαιρία στην ειρήνη και την άλλη να φοβούνται κλιμάκωση του πολέμου ανάλογα και με τις σχετικές αναρτήσεις Τραμπ, αδυνατώντας μάλιστα να ερμηνεύσουν τις αντιφατικές δηλώσεις Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, το θολό επενδυτικό και οικονομικό τοπίο συνεχίζει να προβληματίζει επενδυτές, καταναλωτές, επιχειρήσεις και οικονομίες.
Σε σχετική παγκόσμια έρευνα των αναλυτών Jim Reid και Camilla Siazon μεταξύ διαχειριστών θεσμικών χαρτοφυλακίων και εν γένει επαγγελματιών των αγορών και πελατών της Deutsche Bank, το 54% αναμένει εκεχειρία ΗΠΑ – Ιράν μέχρι τα τέλη Απριλίου. Ακόμα όμως και αν επιτευχθεί κατάπαυση του πυρός εντός αυτού του χρονοδιαγράμματος, η ομαλοποίηση στα Στενά του Ορμούζ θα είναι πολύ πιο αργή, με το 41% να θεωρεί πως δεν πρόκειται να επιστρέψουν σε «κανονική λειτουργία» νωρίτερα τουλάχιστον του γ΄ τριμήνου.
Νέα στρατηγική
Οι περισσότεροι αναμένουν επίσης πως το πετρέλαιο Brent θα παραμείνει πάνω από τα 100 δολάρια για το μεγαλύτερο μέρος των επόμενων τριών μηνών, την ώρα που οι πληθωριστικές προσδοκίες και οι οικονομικές συνθήκες έχουν επιδεινωθεί. Την ίδια ώρα, στο άλλο μέτωπο του πολέμου οι ελπίδες για μια εκεχειρία στην Ουκρανία το 2026 (ένα θέμα που έχει σχεδόν ξεχαστεί) έχουν μειωθεί απότομα από τον περασμένο Δεκέμβριο.
Παράλληλα, με βάση την παγκόσμια έρευνα του Μαρτίου της Bank of America μεταξύ 210 fund managers, με συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια 589 δισ. δολ., οι επαγγελματίες των αγορών, απόρροια του πολέμου, αναδιαμόρφωσαν ραγδαία την επενδυτική τους στρατηγική περιορίζοντας τις «αυξημένες θέσεις» τους στις μετοχές και αυξάνοντας τις θέσεις στα μετρητά με τον ταχύτερο ρυθμό από την πανδημία COVID-19.
Η έρευνα αποτυπώνει ένα πτωτικό/bearish κλίμα, καθώς ο πόλεμος και οι ανησυχίες για την ιδιωτική πίστη (private credit) «τερματίζουν» το ανοδικό επενδυτικό κλίμα των τελευταίων μηνών, ανέφερε ο Michael Hartnett, επικεφαλής επενδυτικής στρατηγικής της BofA.
Οι προσδοκίες για υψηλότερο πληθωρισμό το επόμενο 12μηνο εκτινάχθηκαν από το 9% στο 45% των ερωτηθέντων, ενώ αντίθετα οι προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων υποχώρησαν στο 17% από το 46% το ίδιο διάστημα.
Ο κίνδυνος
Οι προσδοκίες επίσης για ισχυρότερη ανάπτυξη κατέρρευσαν στο 7% με το 51% τον διαχειριστών να αναμένει πλέον ένα στασιμοπληθωριστικό περιβάλλον.
Οι γεωπολιτικές συγκρούσεις αποτελούν πλέον τον νούμερο ένα κίνδυνο για τις αγορές και τις οικονομίες, ενώ το 63% θεωρεί πως ένα συστημικό πιστωτικό γεγονός θα μπορούσε να προέλθει από τα ιδιωτικά κεφάλαια και την ιδιωτική πίστωση. Η αγορά private credit εισέρχεται σε φάση αυξημένων πιέσεων, με τους στρατηγικούς αναλυτές Timothy Rahill και Jeroen van den Broek της ING να εκτιμούν ότι δεν διαμορφώνεται πάντως ένα συστημικό ρίσκο, αλλά μια σαφής στροφή προς ανατιμολόγηση του κινδύνου.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το σύστημα δεν καταρρέει, όμως το κόστος χρηματοδότησης αυξάνεται και οι συνθήκες γίνονται πιο απαιτητικές. Αν και η έκθεση των τραπεζών θεωρείται διαχειρίσιμη, αυξάνονται οι ανησυχίες για τις επιπτώσεις στα spreads, στα ποσοστά αθέτησης και στην αξιοπιστία των αξιολογήσεων, καθώς ήδη το κόστος χρηματοδότησης για πιο ριψοκίνδυνους δανειολήπτες έχει αυξηθεί έως και κατά 400 μονάδες βάσης, εξέλιξη που ενδέχεται να συνεχιστεί. Αυτό περιορίζει την πρόσβαση σε κεφάλαια και εντείνει τις πιέσεις σε ολόκληρη την αγορά, από τα leveraged loans έως το high yield και το investment grade.
Απότομη πτώση
Συνολικά την περίοδο του πολέμου οι μετοχές υποχώρησαν, οι αποδόσεις των ομολόγων αυξήθηκαν, ενώ οι φόβοι για ένα πληθωριστικό σοκ τύπου 2022 έχουν οδηγήσει τους traders στις αγορές παραγώγων να προεξοφλούν πλήρως πως η Fed δεν πρόκειται να μειώσει τα επιτόκια εφέτος, στηρίζοντας το δολάριο και πιέζοντας τον χρυσό, ένα παραδοσιακό εργαλείο ασφαλείας.
Ο χρυσός έχει υποχωρήσει περισσότερο από 16% αυτόν τον μήνα, οδεύοντας προς την πιο απότομη πτώση του από τον Οκτώβριο του 2008, αν και παραμένει σχεδόν 50% υψηλότερη από ό,τι πριν από έναν χρόνο, καθώς εν μέσω πολέμου και σε αναζήτηση ρευστότητας πολλοί επενδυτές πούλησαν θέσεις στα πολύτιμα μέταλλα, συμπεριλαμβανομένου του χρυσού και του ασημιού. Ο χρυσός διαπραγματευόταν εξάλλου σχεδόν 30% πάνω από τον κινητό μέσο όρο των 200 ημερών λίγο πριν ξεκινήσει η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, σύμφωνα με στοιχεία της Bank of America, και καθώς ήταν σε όλα τα θεσμικά χαρτοφυλάκια, οι πωλήσεις προς αναζήτηση μετρητών όταν ξέσπασε η σύγκρουση συνέτειναν στην πτώση του, παρά τη φήμη του ως ασφαλούς καταφυγίου. Το ίδιο ισχύει και για τις ευρωπαϊκές αμυντικές εταιρείες.
Τα πάνω-κάτω
«Ξυπνάς κάθε πρωί και αναρωτιέσαι τι θα συμβεί στη συνέχεια… » ανέφεραν διαχειριστές κεφαλαίων σχολιάζοντας τα πάνω-κάτω των αγορών και τα καθημερινά σενάρια και τα νέα δεδομένα για τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Για τον Mark Haefele, επικεφαλής του γραφείου διαχείρισης πλούτου της UBS πάντως, καθώς η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχίζεται, μια παρατεταμένη διαταραχή στις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές αποτελεί τον βασικό κίνδυνο για τις αγορές. Αν και οι επενδυτές δεν θα πρέπει να περιμένουν γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα, καθώς το «market timing» σε γεωπολιτικά γεγονότα ιστορικά αποτυγχάνει, προτείνει στους επενδυτές να μην αναζητούν το καλύτερο σημείο εισόδου ή εξόδου, αλλά αφού αναμένει πως η χρονιά θα κλείσει με υψηλότερες τιμές μετοχών και χαμηλότερες τιμές ομολόγων, θεωρεί πως η αυξημένη μεταβλητότητα μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία για σταδιακή τοποθέτηση κεφαλαίων.
Για τον Nathan Sheets, επικεφαλής οικονομολόγο της Citigoup, η αναταραχή στη Μέση Ανατολή παρουσιάζει σημαντικούς κινδύνους, καθώς ενώ οι βασικές προβλέπεις των οικονομολόγων της τράπεζας είναι πως οι οικονομίες θα σημειώσουν ελαφρώς χαμηλότερη ανάπτυξη σε σχέση με τις προβλέψεις του Φεβρουαρίου, τυχόν αρνητικές εξελίξεις θα μπορούσαν να μειώσουν την παγκόσμια ανάπτυξη κάτω από το 2% και να αυξήσουν τον παγκόσμιο πληθωρισμό πάνω από το 4% και να ενισχύσουν τους κινδύνους ύφεσης.
Η αβεβαιότητα
Η παγκόσμια οικονομία είναι πάντως τώρα πιο ανθεκτική από ό,τι στις προηγούμενες δεκαετίες λόγω της μειωμένης ενεργειακής έντασης και της αυξημένης ευελιξίας.
Ωστόσο, οι αλυσίδες εφοδιασμού για κρίσιμα αγαθά όπως τα λιπάσματα και οι ημιαγωγοί διατρέχουν κίνδυνο και η αυξημένη αβεβαιότητα θα μπορούσε να μειώσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η Ασία, ιδίως η Κορέα, η Ιαπωνία και η Ινδία, αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες λόγω της μεγάλης εξάρτησης από τα εισαγόμενα καύσιμα και της έκθεσης σε διαταραχές στα Στενά του Ορμούζ. Αντίθετα, οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο Καναδάς βρίσκονται σε συγκριτικά καλή θέση ως καθαροί εξαγωγείς πετρελαίου. Οι παγκόσμιες δαπάνες για το πετρέλαιο και τα προϊόντα του, σύμφωνα με τη Citigroup, αυξήθηκαν πάντως σε τρέχουσες τιμές περίπου κατά 2 τρισ. δολάρια, στα 4,6 τρισ. δολάρια ετησίως, από 2,6 τρισ. τον Ιανουάριο.
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ




































