Η «πράσινη μετάβαση» ακούγεται ωραία στους πολιτικούς λόγους, αποτυπώνεται φιλόδοξα στα ευρωπαϊκά κείμενα και μεταφράζεται σε δισεκατομμύρια χρηματοδοτήσεων.
Στην καθημερινότητα των νοικοκυριών, όμως, η εικόνα είναι διαφορετική.
Οταν ο λογαριασμός ρεύματος του σπιτιού «ροκανίζει» μεγάλο μέρος του μηνιαίου εισοδήματος και το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου γεμίζει «με το σταγονόμετρο», η συζήτηση για ενεργειακή αναβάθμιση της κατοικίας ή μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση μοιάζει με πολυτέλεια άλλης εισοδηματικής τάξης. Και τα στοιχεία για την Ελλάδα καταδεικνύουν το μέγεθος του προβλήματος.
Αδυναμία για χρηματοδότηση ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών
Σχεδόν 2,28 εκατομμύρια νοικοκυριά, τα οποία ανήκουν στις τέσσερις πρώτες εισοδηματικές κατηγορίες (με μηνιαίο εισόδημα έως 1.800 ευρώ), αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν ενεργειακή αναβάθμιση της κατοικίας τους, ακόμη και αν αυτή γίνει με άτοκο δεκαετές δάνειο και ετήσια δόση 1.500 ευρώ μέσω προγραμμάτων τύπου «Εξοικονομώ».
Πρόκειται για το 86% των νοικοκυριών αυτών των κατηγοριών. Εάν το ετήσιο ποσό της δόσης αυξηθεί στα 2.500 ευρώ – σενάριο απολύτως ρεαλιστικό με βάση το πραγματικό κόστος των αναγκαίων παρεμβάσεων μιας ανακαίνισης –, τότε η αδυναμία πληρωμής ξεπερνά το 70% ακόμη και για τα νοικοκυριά της πέμπτης εισοδηματικής κατηγορίας (δηλαδή μηνιαίο εισόδημα έως 2.200 ευρώ), ενώ για εκείνα της τρίτης κατηγορίας (έως 1.450 ευρώ) αγγίζει το 88%. Εκτός πραγματικότητας.
Τα δεδομένα προέρχονται από την ανάλυση του Ινστιτούτου Ευρωπαϊκής Ενεργειακής και Κλιματικής Πολιτικής (Institute for European Energy and Climate Policy – IEECP) και βασίζονται στην Ερευνα Οικογενειακού Προϋπολογισμού της ΕΛΣΤΑΤ.
Δαπάνες διαβίωσης
Σύμφωνα με τον γενικό διευθυντή του Ινστιτούτου Βλάση Οικονόμου, από το δείγμα των νοικοκυριών αφαιρέθηκαν όλες οι βασικές δαπάνες διαβίωσης και εξετάστηκε αν το ποσό που απομένει επαρκεί για να καλύψει μια ετήσια δόση δανείου για ενεργειακή αναβάθμιση της τάξης των 1.500-2.500 ευρώ. «Στη μεγάλη πλειονότητα των χαμηλών εισοδημάτων δεν επαρκεί» αναφέρει ο ίδιος, επισημαίνοντας ότι η ιδέα ότι η πράσινη μετάβαση μπορεί να στηριχθεί σε δανειακά εργαλεία για όλους δεν ανταποκρίνεται στην κοινωνική πραγματικότητα της Ελλάδας.
«Για εισοδήματα έως 1.100 ευρώ απαιτούνται στοχευμένα προγράμματα υψηλότερων επιδοτήσεων συγκριτικά με τα σημερινά “Εξοικονομώ”, διαφορετικά οι άνθρωποι αυτοί απλώς θα μείνουν εκτός» τονίζει.
Αντίθετα οι κατηγορίες με εισόδημα από 2.200 ευρώ και άνω, σύμφωνα με τον ίδιο, «θα μπορούσαν να επωφεληθούν από φορολογικά κίνητρα ή μέσω τρίτων χρηματοδοτήσεων, καθώς έχουν τη δυνατότητα να συνεισφέρουν το ποσό ενός άτοκου δανείου για ενεργειακή αναβάθμιση». Ετσι, περισσότερα από τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια θα έμεναν για να στηρίξουν τα φτωχά νοικοκυριά.
Νέο πρόγραμμα
Οπως ανακοινώθηκε στα μέσα Μαρτίου από τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη, τον υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρο Παπασταύρου και τον αναπληρωτή υπουργό Οικονομικών Νίκο Παπαθανάση, ένα νέο «Εξοικονομώ» ύψους περίπου 1,2 δισ. ευρώ (με κονδύλια του Κοινωνικού Κλιματικού Ταμείου) αναμένεται ότι θα εκκινήσει, πιθανώς από το 2027, για παρεμβάσεις ενεργειακής θωράκισης κατοικιών με ποσοστά ενίσχυσης που μπορεί να ξεπερνούν το 80%.
Είχε προηγηθεί στα τέλη του 2025 η δημοσιοποίηση από το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας της στρατηγικής για τη στήριξη ευάλωτων νοικοκυριών με μια σειρά χρηματοδοτικών εργαλείων (τύπου «on bill financing» κ.ά.), τα οποία, σύμφωνα με αρμόδιες πηγές, σχεδιάζεται να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο του νέου προγράμματος προκειμένου το επενδυτικό ρίσκο να μεταφέρεται σε προμηθευτές ενέργειας ή Επιχειρήσεις Ενεργειακών Υπηρεσιών (αλλιώς ESCOs) που θα χρηματοδοτούν και θα υλοποιούν παρεμβάσεις στα κτίρια και θα αποπληρώνονται από τα ενεργειακά οφέλη σταδιακά μέσω των λογαριασμών ρεύματος.
Ετσι, θα εξυπηρετηθούν ευάλωτα νοικοκυριά που αδυνατούν να καλύψουν με ίδια κεφάλαια το κόστος των παρεμβάσεων. Αλλα 930 εκατ. ευρώ ανακοινώθηκε ότι θα κατευθυνθούν για την αλλαγή συστήματος θέρμανσης και θερμοσίφωνες.
Χωρίς άμυνες
Σύμφωνα με στοιχεία του IEECP, από τα περίπου 4,5 εκατομμύρια νοικοκυριά στη χώρα, τα 2,5 εκατομμύρια χρησιμοποιούν ορυκτά καύσιμα για θέρμανση, μαγείρεμα ή ζεστό νερό χρήσης. Από αυτά, 1,4 εκατομμύρια ανήκουν στις πρώτες εισοδηματικές κατηγορίες (έως 1.800 ευρώ ανά νοικοκυριό) και είναι εκείνα που θα επηρεαστούν άμεσα από την επέκταση του ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών (ΣΕΔΕ2) σε κτίρια και μεταφορές, χωρίς να έχουν την οικονομική άμυνα να επενδύσουν σε εναλλακτικές λύσεις.
Με βάση την εισοδηματική προσέγγιση της έρευνας (Oikonomou et al., 2025), το όριο ενεργειακής ευαλωτότητας διαμορφώνεται περίπου στις 10.700-11.000 ευρώ ετήσιου εισοδήματος. Κάτω από αυτό το επίπεδο, η δυνατότητα χρηματοδότησης ενεργειακής ανακαίνισης κατοικίας ή αγοράς ηλεκτρικού αυτοκινήτου είναι εξαιρετικά περιορισμένη.
Το χάσμα ανάμεσα στις ανάγκες και στους διαθέσιμους πόρους, όπως υπογραμμίζει ο κ. Οικονόμου, είναι προφανές. Γι’ αυτό, όπως αναφέρει ο ερευνητής, «πρέπει να γίνει μόχλευση περισσότερων πόρων ή ιδιωτικών κεφαλαίων ώστε να καλυφθούν περισσότερες ανακαινίσεις κτιρίων από τις πιο ευάλωτες κατηγορίες».
Πηγή: ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ (ΟΤ) – ΤΟ ΒΗΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ







































