Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν από τις ενεργειακές ανακατατάξεις

Το 2025 από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονταν κατά μέσο όρο 20-21 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως

Ποιοι κερδίζουν και ποιοι χάνουν από τις ενεργειακές ανακατατάξεις

Το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα δεν διαμορφώνεται πλέον κυρίως από τις αγορές, την τεχνολογία ή τις πολιτικές για την κλιματική αλλαγή. Αναδιαμορφώνεται από τη γεωπολιτική. Και αυτό συμβαίνει με βίαιο τρόπο.

Το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και οι συστηματικές ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικές ενεργειακές υποδομές δεν συνιστούν απλώς δύο περιφερειακές κρίσεις που συμπίπτουν χρονικά. Συνιστούν μια τεράστια γεωπολιτική ανατροπή: οι δύο βασικοί ενεργειακοί διάδρομοι της Ευρασίας πλήττονται ταυτόχρονα. Αυτό δεν αλλάζει μόνο τις τιμές της ενέργειας. Αλλάζει και τους παγκόσμιους συσχετισμούς ισχύος.

Για δεκαετίες επικρατούσε η υπόθεση ότι η ενεργειακή αγορά μπορεί, έστω με καθυστέρηση, να απορροφά ακόμη και μεγάλα σοκ, να ανακατευθύνει ροές και να εξισορροπεί ελλείψεις. Αυτή η υπόθεση καταρρέει. Το 2025 από τα Στενά του Ορμούζ διέρχονταν κατά μέσο όρο 20-21 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων ημερησίως, ενώ πάνω από 110 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα LNG — το ένα πέμπτο του παγκόσμιου εμπορίου LNG — πέρασαν από εκεί, χωρίς ουσιαστικά να υπάρχουν εναλλακτικές διαδρομές. Οι διαθέσιμες παρακαμπτήριες δυνατότητες εξαγωγής από τον Κόλπο ανέρχονται μόλις σε 5-7 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως. Αυτό δείχνει ότι χάνονται από την αγορά 14-15 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου ημερησίως όταν η ροή μέσω των Στενών του Ορμούζ διακόπτεται.

Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με υπολογισμούς του Reuters, οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν θέσει εκτός λειτουργίας περίπου το 40% της ρωσικής εξαγωγικής ικανότητας πετρελαίου, δηλαδή περίπου 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, πλήττοντας κρίσιμους εξαγωγικούς κόμβους όπως το Primorsk, το Ust-Luga και το Novorossiysk. Όταν διαταράσσονται ταυτόχρονα αυτοί οι δύο μεγάλοι ενεργειακοί άξονες της Ευρασίας, το πρόβλημα δεν είναι πλέον απλώς εμπορικό. Είναι γεωπολιτικό.

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι, σε συνθήκες πολέμου, η ενεργειακή ισχύς δεν καθορίζεται πρωτίστως από το ποιος κατέχει τα μεγαλύτερα αποθέματα ή ποιος παράγει φθηνότερα. Καθορίζεται από το ποιος έχει πρόσβαση στην αγορά. Η προσβασιμότητα, όχι η αφθονία των ενεργειακών πόρων, γίνεται η αποφασιστική μεταβλητή. Η παραγωγή των χωρών του Περσικού Κόλπου χάνει μεγάλο μέρος της αξίας της όταν δεν μπορεί να διοχετευθεί προς τους καταναλωτές. Το ίδιο ισχύει και για τη Ρωσία όταν τα δυτικά της λιμάνια και οι οδοί εξαγωγής της γίνονται ευάλωτα. Σε αυτή τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα, αγωγοί, τερματικοί σταθμοί, στόλοι δεξαμενόπλοιων, ασφάλιση φορτίων και θαλάσσια περάσματα (chokepoints) μετατρέπονται σε στρατηγικά πλεονεκτήματα πρώτης τάξεως.

Έτσι, η ενεργειακή αγορά αρχίζει να κατακερματίζεται σε δύο επιμέρους γεωπολιτικά συστήματα. Ένα «ατλαντικό» σύστημα, με επίκεντρο τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Βραζιλία, τη Νορβηγία, το Μεξικό και τη Δυτική Αφρική, που παραμένει σχετικά σταθερό και λειτουργικό. Και ένα «ευρασιατικό» σύστημα που γίνεται πιο ασταθές, ακριβότερο και πολύ περισσότερο εκτεθειμένο σε κινδύνους. Αυτός είναι ο νέος ενεργειακός χάρτης: λιγότερο παγκοσμιοποιημένος, λιγότερο ενοποιημένος, περισσότερο πολιτικοποιημένος.

Το πρώτο και ισχυρότερο πλήγμα το δέχεται η Ασία. Περίπου το 80% των ροών πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων που διέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ το 2025 κατευθύνονταν προς την Ασία, ενώ το 93% των εξαγωγών LNG του Κατάρ και το 96% των εξαγωγών LNG των ΗΑΕ περνούσαν από το ίδιο πέρασμα, χωρίς ουσιαστικές εναλλακτικές διαδρομές. Αυτό σημαίνει ότι μια παρατεταμένη διακοπή λειτουργίας των Στενών του Ορμούζ δεν είναι απλώς μια κρίση της Μέσης Ανατολής. Είναι πρωτίστως μια ασιατική ενεργειακή κρίση, με άμεσες επιπτώσεις στο κόστος βιομηχανικής παραγωγής, στον πληθωρισμό και στην αναπτυξιακή δυναμική της περιοχής.

Η Ευρώπη βρίσκεται επίσης σε ιδιαίτερα δυσχερή θέση. Ο πόλεμος στην Ουκρανία την οδήγησε σε δραστική απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια. Η στρατηγική διαφοροποίησης που ακολούθησε την ώθησε προς το αμερικανικό LNG και, σε δεύτερο βαθμό, προς τις χώρες του Κόλπου, κυρίως το Κατάρ. Η νέα κρίση αποκαλύπτει τα όρια αυτής της επιλογής. Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί πάνω από 70% από την έναρξη του πολέμου με το Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου. Δεν πρόκειται μόνο για νέα άνοδο του κόστους της ενέργειας. Πρόκειται για βαρύ πλήγμα στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και, ταυτόχρονα, για εμβάθυνση της ενεργειακής εξάρτησης της Ευρώπης από τις ΗΠΑ — ακριβώς τη στιγμή που η ΕΕ επιχειρεί να προωθήσει τη στρατηγική της αυτονομία.

Η Ρωσία βρίσκεται, από την άλλη πλευρά, σε μια παράδοξη θέση. Επιχειρησιακά αποδυναμώνεται, καθώς τα ουκρανικά πλήγματα αποκαλύπτουν τη μεγάλη τρωτότητα της δυτικής εξαγωγικής υποδομής της. Στρατηγικά, όμως, δεν παύει να έχει αυξημένη βαρύτητα. Σε μια αγορά όπου η συνολική προσφορά περιορίζεται δραματικά, ακόμη και οι μειωμένες ρωσικές ροές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία. Η Μόσχα εξακολουθεί να διοχετεύει σημαντικούς όγκους προς την Κίνα μέσω των ανατολικών διαδρομών, ενώ παραμένουν ενεργές οι εξαγωγές από το Kozmino, το Sakhalin και προς τη Λευκορωσία. Παράλληλα, οι ΗΠΑ εξέδωσαν τον Μάρτιο 30ήμερη εξαίρεση για την αγορά ρωσικού πετρελαίου και προϊόντων που βρίσκονταν ήδη καθ’ οδόν, με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να συνδέει την απόφαση αυτή με την ανάγκη σταθεροποίησης των αγορών ενέργειας. Όλα αυτά αυξάνουν το γεωπολιτικό βάρος της Μόσχας στην ενεργειακή αγορά, παρότι οι ενεργειακές υποδομές της πλήττονται αδιαλείπτως από την Ουκρανία.

Οι ΗΠΑ είναι ο κύριος κερδισμένος αυτής της γεωπολιτικής αναδιάταξης. Σύμφωνα με την EIA, η αμερικανική παραγωγή αργού πετρελαίου αναμένεται να κινηθεί στα 13,6 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως το 2026, ενώ οι αμερικανικές εξαγωγές LNG ανήλθαν σε 15 Bcf/d το 2025, διατηρώντας τις ΗΠΑ στην πρώτη θέση παγκοσμίως. Η γεωγραφία ενισχύει αποφασιστικά αυτό το πλεονέκτημα: οι ΗΠΑ βρίσκονται μακριά και από τα δύο βασικά θέατρα πολέμου και μπορούν να τροφοδοτούν τόσο την Ευρώπη όσο και μέρος της Ασίας. Σε ένα κατακερματισμένο ενεργειακό σύστημα, αυτό το πλεονέκτημα γεωγραφικής απόστασης και ενεργειακής αυτάρκειας αποκτά καθοριστική στρατηγική σημασία.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι αποκομμένη από τον στρατηγικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον. Η αμερικανική Εθνική Στρατηγική Ασφάλειας, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, είχε ήδη αναγάγει την «ενεργειακή κυριαρχία» σε επιδιωκόμενο στρατηγικό στόχο: περισσότερες καθαρές εξαγωγές, στενότερη σύνδεση των συμμάχων με αμερικανικές αγορές ενέργειας και ταυτόχρονος περιορισμός της ενεργειακής επιρροής των αντιπάλων. Με αυτή την έννοια, οι σημερινές ενεργειακές ανακατατάξεις συνάδουν πλήρως με τον στρατηγικό σχεδιασμό της Ουάσιγκτον.

Η πιο σύνθετη περίπτωση είναι η Κίνα. Το Πεκίνο διαθέτει σημαντικά στρατηγικά αποθέματα της τάξεως των έξι μηνών, κυριαρχεί σε κρίσιμες τεχνολογίες της ενεργειακής μετάβασης και κατέχει ηγετική θέση στην αγορά ηλεκτρικών οχημάτων που μειώνουν την κατανάλωση πετρελαίου. Όλα αυτά της προσφέρουν ένα σχετικό μαξιλάρι ασφαλείας.

Ωστόσο, η κρίση πλήττει ένα λιγότερο ορατό αλλά κρίσιμο κινεζικό πλεονέκτημα: την πρόσβαση σε φθηνό πετρέλαιο από χώρες υπό κυρώσεις, όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα. Για χρόνια, η Κίνα αξιοποιούσε αυτές τις ροές ως έμμεση επιδότηση της βιομηχανίας της, συχνά μέσω μηχανισμών διακανονισμού εκτός του δυτικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου. Η τωρινή κρίση εξαφανίζει αυτό το «παράθυρο εκπτώσεων» που ήταν της τάξεως του 40%: το Πεκίνο ωθείται πλέον προς ακριβότερες ενεργειακές αγορές χωρίς μάλιστα το πλεονέκτημα των εκπτώσεων. Το αποτέλεσμα είναι μεγάλη αύξηση του ενεργειακού κόστους, μείωση της βιομηχανικής ανταγωνιστικότητας, μεγαλύτερη εξάρτηση από τη Ρωσία και μείωση στρατηγικής ευελιξίας. Παράλληλα, ενισχύεται — βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον — το δολαριακό σύστημα, καθώς σε περιόδους οξείας αβεβαιότητας οι συναλλαγές επιστρέφουν σε ασφαλέστερα νομισματικά και χρηματοπιστωτικά κανάλια.

Αυτό είναι το κυριότερο συμπέρασμα της παραπάνω ανάλυσης. Ο ενεργειακός χάρτης δεν καθορίζεται πλέον μόνο από τις αγορές και την τεχνολογία. Καθορίζεται από γεωπολιτικές ανακατατάξεις, στρατηγικές προτεραιότητες και την ικανότητα προστασίας των οδών εφοδιασμού. Η ενέργεια οπλοποιείται. Υποδομές στοχοποιούνται. Δίκτυα διακόπτονται. Ροές ανακατευθύνονται. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η πρόσβαση σε φθηνή ενέργεια, αλλά η ανθεκτικότητα: πολλαπλές πηγές προμηθειών, πολλαπλές διαδρομές, ασφαλίσιμες μεταφορές, επαρκή αποθέματα και χρηματοπιστωτική προβλεψιμότητα.

Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη σημασία της παρούσας κρίσης. Όταν δύο ταυτόχρονες συγκρούσεις πλήττουν τους βασικούς ενεργειακούς διαδρόμους της Ευρασίας, η ενέργεια παύει να είναι απλώς θύμα του πολέμου. Γίνεται μέρος του ίδιου του πολέμου. Οι ιστορικές αναλογίες δεν είναι καθησυχαστικές. Οι δύο προηγούμενοι παγκόσμιοι πόλεμοι ξεκίνησαν από περιφερειακές συγκρούσεις και εξελίχθηκαν, με τον χρόνο, σε παγκόσμιες αναμετρήσεις. Τίθεται, λοιπόν, το κρίσιμο ερώτημα: μήπως οι δύο αυτές εστίες ανάφλεξης δεν είναι απλώς δύο περιφερειακές συγκρούσεις, αλλά δύο μέτωπα ενός ευρύτερου παγκόσμιου ανταγωνισμού που μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πολύ μεγαλύτερο; Μήπως είμαστε στα πρόθυρα του τρίτου παγκοσμίου πολέμου;

Ο Αθανάσιος Πλατιάς είναι ομότιμος καθηγητής Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και πρόεδρος του Συμβουλίου Διεθνών Σχέσεων 

OT Originals
Περισσότερα από Experts

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: ot@alteregomedia.org, Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Απόρρητο