Το ενεργειακό τοπίο αλλάζει – και μαζί του αλλάζουν και οι κανόνες του παιχνιδιού και τα τιμολόγια ρεύματος. Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) φέρνει παρεμβάσεις που αγγίζουν την καθημερινότητα: από ελαφρύνσεις στους λογαριασμούς ρεύματος για τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, μέχρι νέα «εργαλεία» για την ανάπτυξη των ΑΠΕ, τις οικιακές μπαταρίες και τη συμμετοχή των πολιτών στην αγορά ενέργειας. Την ίδια στιγμή, ανοίγει τον δρόμο για επενδύσεις σε τομείς όπως το υδρογόνο και τα υπεράκτια αιολικά.
Ειδικότερα, το ΥΠΕΝ με το νέο σχέδιο νόμου που έθεσε σε διαβούλευση το βράδυ της Τρίτης, ενσωματώνει τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις, επιχειρώντας ταυτόχρονα να απαντήσει σε χρόνιες παθογένειες της αγοράς. Με αιχμή την προσαρμογή στην οδηγία RED III, αλλά και με κοινωνικό και αναπτυξιακό πρόσημο, οι διατάξεις που προωθούνται αγγίζουν από τους λογαριασμούς ρεύματος έως τη βιομηχανία, τα κτίρια και τις νέες τεχνολογίες.
Ελαφρύνσεις στα τιμολόγια ρεύματος με κοινωνικό πρόσημο
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην ανακούφιση των ευάλωτων καταναλωτών προτείνοντας την απαλλαγή τους από τις χρεώσεις Υπηρεσιών Κοινής Ωφέλειας (ΥΚΩ) στα τιμολόγια ρεύματος. Το μέτρο αφορά τόσο τους δικαιούχους του Κοινωνικού Οικιακού Τιμολογίου όσο και εκείνους του Τιμολογίου Πολυτέκνων, οι οποίοι απαλλάσσονται πλήρως από τις σχετικές χρεώσεις μέχρι τα συγκεκριμένα όρια κατανάλωσης ανά τετραμηνία που τους εντάσσουν στις συγκεκριμένες κατηγορίες. Για την υπερβάλλουσα κατανάλωση, η χρέωση επανέρχεται, διατηρώντας μια στοιχειώδη ισορροπία μεταξύ κοινωνικής πολιτικής και ενεργειακής υπευθυνότητας. Αντίστοιχα, για τους δικαιούχους Τιμολογίου Υπηρεσιών Αλληλεγγύης προβλέπεται μερική απαλλαγή έως τις 10.000 kWh ανά τετραμηνία, με ευελιξία προσαρμογής όταν η περίοδος κατανάλωσης διαφοροποιείται.
Παράλληλα, προωθείται αναπροσαρμογή των χρεώσεων για τα κλιμάκια οικιακής κατανάλωσης, με αυξήσεις που στοχεύουν κυρίως στις υψηλές καταναλώσεις, μεταφέροντας το βάρος προς όσους καταναλώνουν περισσότερο.
Μείωση ΥΚΩ και στη βιομηχανία
Τροποποιήσεις εισάγονται και για τις χρεώσεις ΥΚΩ σε επιχειρήσεις Μέσης Τάσης, μειώνοντας τη μοναδιαία χρέωση. Για μεγάλες καταναλώσεις μεγαλύτερες από 13 GWh η χρέωση πέφτει στα 4,14 ευρώ/MWh όπως ισχύει και στην Υψηλή Τάση, συμπεριλαμβάνοντας στους ωφελούμενους και μεγάλες εταιρείες πληροφορικής και επεξεργασίας δεδομένων (data center). Οι αλλαγές στοχεύουν σε στοχευμένη κοινωνική στήριξη και δίκαιη κατανομή των χρεώσεων ΥΚΩ στο σύνολο των καταναλωτών.
Διακρατικές συνεργασίες ΑΠΕ με ευρωπαϊκή σφραγίδα
Το νομοσχέδιο επιχειρεί να καλύψει κρίσιμα κενά και στην ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας RED III, υπό την πίεση μάλιστα της Κομισιόν που έχει ήδη κινήσει διαδικασίες παραπομπής στο ευρωδικαστήριο κατά της Ελλάδας. Στο πλαίσιο αυτό, θεσπίζεται για πρώτη φορά ένα σαφές πλαίσιο συνεργασίας για κοινά έργα Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ) μεταξύ κρατών-μελών.
Οι στόχοι των προωθούμενων ρυθμίσεων είναι συγκεκριμένοι: τουλάχιστον δύο κοινά έργα ΑΠΕ έως το 2030 και τρία έως το 2033, αν η ετήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ξεπεράσει τις 100 TWh (τεραβατώρες). Το ενδιαφέρον είναι ότι στα έργα αυτά μπορούν να συμμετέχουν όχι μόνο ιδιωτικές εταιρείες, αλλά και τοπικές αρχές ή ενεργειακές κοινότητες (Κοινότητες Ανανεώσιμης Ενέργειας), ενισχύοντας τη διάχυση των ωφελειών. Παράλληλα, τίθεται ως προϋπόθεση η διασφάλιση της εθνικής ασφάλειας και άμυνας πριν από κάθε διακρατική συμφωνία.
Περιοχές επιτάχυνσης ΑΠΕ: θεσμός σε αναμονή
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει ήδη νομοθετήσει από το 2023 την έννοια των «Περιοχών Πρώτης Επιλογής» για την ανάπτυξη έργων ΑΠΕ, η εφαρμογή παραμένει σε εκκρεμότητα. Η βασική αιτία είναι η καθυστέρηση στο νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο, ένα χρόνιο ζήτημα που συνεχίζει να λειτουργεί ως τροχοπέδη.
Η ευρωπαϊκή οδηγία RED III θέτει σαφή προθεσμία έως τον Φεβρουάριο του 2026 για τον καθορισμό αυτών των περιοχών. Σε αυτές, η αδειοδότηση θα είναι ταχύτερη, με προαξιολογημένα περιβαλλοντικά δεδομένα και χαμηλότερο ρίσκο. Οι προτεινόμενες από το ΥΠΕΝ ρυθμίσεις αποκλείουν προστατευόμενες περιοχές από τις «περιοχές επιτάχυνσης» και δίνουν προτεραιότητα σε τεχνητές επιφάνειες, όπως στέγες, βιομηχανικές ζώνες ή υποβαθμισμένα εδάφη. Το ΥΠΕΝ παραθέτει μια λίστα κατάλληλων χώρων όπως αγροκτήματα, χώροι αποβλήτων, βιομηχανικοί χώροι, ορυχεία, τεχνητά εσωτερικά υδατικά συστήματα, λίμνες ή ταμιευτήρες, χώροι επεξεργασίας αστικών λυμάτων κλπ. Ωστόσο, παραπέμπει σε Υπουργική Απόφαση για τον ακριβή καθορισμό τους και το μέγεθός τους. Τα έργα ΑΠΕ εντός των περιοχών επιτάχυνσης θα απαλλάσσονται από τη διαδικασία περιβαλλοντικής αδειοδότησης.
Αδειοδοτήσεις: αυστηροί κανόνες, χαλαρή εφαρμογή
Παρά το γεγονός ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα προβλέπει ήδη ταχύτερες διαδικασίες από αυτές που απαιτεί η RED III, στην πράξη οι καθυστερήσεις παραμένουν ο κανόνας. Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι οι προθεσμίες συστηματικά παραβιάζονται, συχνά για μήνες ή και χρόνια.
Το νομοσχέδιο επιχειρεί να απαντήσει με ακόμη αυστηρότερες προθεσμίες, τόσο για νέα έργα όσο και για ανανεώσεις υφιστάμενων εγκαταστάσεων. Το κρίσιμο ερώτημα ωστόσο παραμένει για το ένα αυτές θα εφαρμοστούν.
Πράσινα πιστοποιητικά και υδρογόνο
Σημαντική τομή αποτελεί ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου για τις εγγυήσεις προέλευσης (τα λεγόμενα «πράσινα» πιστοποιητικά που αποδεικνύουν ότι μια συγκεκριμένη ποσότητα ενέργειας που καταναλώνει μια εταιρεία, φορέας κλπ. παράχθηκε από ανανεώσιμες πηγές ή από συμπαραγωγή υψηλής απόδοσης). Πλέον, το σύστημα επεκτείνεται ώστε να καλύπτει και αέρια καύσιμα όπως το πράσινο υδρογόνο και το βιομεθάνιο. Κάθε πιστοποιητικό αντιστοιχεί σε μία μεγαβατώρα (MWh), με δυνατότητα επιμερισμού, ενισχύοντας την ευελιξία της αγοράς. Ταυτόχρονα, ενισχύεται η διαφάνεια, καθώς οι προμηθευτές υποχρεούνται να αποδεικνύουν το ενεργειακό μείγμα τους στους καταναλωτές.
Οικιακές μπαταρίες στο προσκήνιο και συμμετοχή στην αγορά
Από τα πιο καινοτόμα στοιχεία του νομοσχεδίου είναι και η ενίσχυση της συμμετοχής αποκεντρωμένων ενεργειακών πόρων. Οικιακές μπαταρίες, ηλεκτρικά οχήματα και μικρές μονάδες αποκτούν ενεργό ρόλο στην αγορά, μέσω φορέων σωρευτικής εκπροσώπησης, των λεγόμενων ΦΟΣΕ. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα στον διαχειριστή του δικτύου να αξιοποιεί αυτές τις πηγές για υπηρεσίες ευελιξίας, μειώνοντας την ανάγκη για νέες επενδύσεις σε υποδομές (νέα δίκτυα κλπ). Επιπλέον, προωθείται η ανάπτυξη έξυπνων δικτύων και η καλύτερη αξιοποίηση της αποκεντρωμένης παραγωγής και αποθήκευσης ενέργειας.
Βιομηχανία: πράσινη μετάβαση με στόχους
Το νομοσχέδιο εισάγει σαφείς στόχους για τη διείσδυση των ΑΠΕ στη βιομηχανία, με ετήσια αύξηση του μεριδίου κατά 1,6% για τις περιόδους 2021–2025 και 2026–2030. Παράλληλα, τίθενται φιλόδοξοι στόχοι για το υδρογόνο, που καλείται να καλύψει το 42% της κατανάλωσης έως το 2030 και το 60% έως το 2035. Οι νέες ρυθμίσεις προωθούν επίσης τον εξηλεκτρισμό των βιομηχανικών διεργασιών και σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα.
Κτίρια: προς ένα νέο ενεργειακό πρότυπο
Για πρώτη φορά εισάγονται συγκεκριμένοι στόχοι για τη χρήση ΑΠΕ στα κτίρια, με ορόσημο το 49% έως το 2030. Το νομοσχέδιο δίνει έμφαση στην επιτόπια παραγωγή, αλλά και στη συνεργασία με κοινότητες. Τα δημόσια κτίρια καλούνται να λειτουργήσουν ως πρότυπα, ενώ προωθούνται εργαλεία όπως ενεργειακές ετικέτες και πιστοποιητικά.
Υπεράκτια αιολικά: πιο ενεργός ρόλος του κράτους
Στον τομέα των υπεράκτιων αιολικών, ενισχύεται ο ρόλος της Ελληνικής Εταιρείας Διαχείρισης Υδρογονανθράκων και Ενεργειακών Πόρων (ΕΔΕΥΕΠ), η οποία πλέον μπορεί να αναθέτει έρευνες σε εταιρεία ειδικού σκοπού, στην οποία θα συμμετέχει μετοχικά. Με τον τρόπο αυτό, το Δημόσιο διατηρεί έλεγχο, αλλά επιταχύνει τις διαδικασίες συλλογής και αξιολόγησης δεδομένων που απαιτούνται για τον σχεδιασμό, την ανάπτυξη, την εγκατάσταση και τη λειτουργία υπεράκτιων αιολικών έργων στις περιοχές οργανωμένης ανάπτυξης, όπως προβλέπεται στο Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης Υπεράκτιων Θαλάσσιων Πάρκων. Παράλληλα, επιλύονται εκκρεμότητες που σχετίζονται με τις αδειοδοτήσεις και τις διαγωνιστικές διαδικασίες για τα υπεράκτια αιολικά έργα, ανοίγοντας τον δρόμο για την ανάπτυξη του κλάδου.
Νέος ενεργειακός στόχος για το 2030
Τέλος, το νομοσχέδιο ανεβάζει τον εθνικό στόχο για τη συμμετοχή των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση ενέργειας από το 32% στο 42,5%. Πρόκειται για μια φιλόδοξη αναθεώρηση που ευθυγραμμίζεται με τις ευρωπαϊκές επιδιώξεις, αλλά απαιτεί ταχύτητα, συνέπεια και –κυρίως– εφαρμογή. Όπως άλλωστε επισημαίνουν και παράγοντες της αγοράς, το πραγματικό στοίχημα δεν είναι οι νόμοι που ψηφίζονται, αλλά εκείνοι που τελικά εφαρμόζονται.





































