Η συζήτηση που ανοίγει η Τράπεζα της Ελλάδος για τις φοροαπαλλαγές δεν είναι ούτε τεχνική, ούτε ουδέτερη. Είναι βαθιά πολιτική. Και έρχεται να αγγίξει μια από τις πιο δύσκολες ισορροπίες της οικονομικής πολιτικής. Από τη μία, υπάρχει η ανάγκη να βρεθεί δημοσιονομικός χώρος για ελαφρύνσεις και αναπτυξιακές παρεμβάσεις, από την άλλη, υπάρχει ο κίνδυνος να πειραχθούν ρυθμίσεις που στηρίζουν νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε μια περίοδο που η αντοχή τους παραμένει δοκιμαζόμενη.
Η πρόταση του διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα για επανεξέταση εκατοντάδων φοροαπαλλαγών συνολικού κόστους 22,88 δισ. ευρώ έχει λογική βάση. Όταν ένα σύστημα συσσωρεύει 1.236 περιπτώσεις φορολογικών δαπανών, είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς πόσες από αυτές εξακολουθούν να υπηρετούν πραγματικά έναν αναπτυξιακό ή κοινωνικό σκοπό και πόσες απλώς παραμένουν επειδή κανείς δεν τόλμησε να τις αγγίξει. Το ίδιο το μέγεθος του ποσού δείχνει ότι εδώ δεν μιλάμε για υποσημειώσεις του φορολογικού συστήματος, αλλά για έναν παράλληλο μηχανισμό δημοσιονομικής πολιτικής.
Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται και η παγίδα. Γιατί πίσω από τον τίτλο «φοροαπαλλαγές» κρύβονται πολύ διαφορετικά πράγματα. Άλλο το αφορολόγητο, που έχει δημοσιονομικό κόστος 3,92 δισ. ευρώ αλλά αποτελεί βασικό πυλώνα προστασίας χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων και φυσικά άλλο οι απαλλαγές με περιορισμένο κοινωνικό αποτύπωμα ή χαμηλή αναπτυξιακή ανταποδοτικότητα. Άλλο οι έκτακτες εξαιρέσεις που θεσπίστηκαν σε περιόδους κρίσης και έμειναν πίσω ως φορολογικά απολιθώματα, και άλλο τα στοχευμένα κίνητρα που πράγματι κινητοποιούν επενδύσεις ή διορθώνουν αδικίες.
Η πιο ενδιαφέρουσα πτυχή της παρέμβασης της ΤτΕ είναι ότι μετατοπίζει τη συζήτηση από το «αν» θα υπάρξουν νέες φοροελαφρύνσεις στο «από πού» θα χρηματοδοτηθούν. Και η απάντηση που δίνει είναι σαφής: από ένα πιο ορθολογικό σύστημα φοροαπαλλαγών. Αυτό, θεωρητικά, είναι σωστό. Σε μια οικονομία που εξακολουθεί να επιβαρύνει υπέρμετρα την εργασία, η ανακατανομή πόρων υπέρ της παραγωγικής δραστηριότητας, των εισοδημάτων από εργασία και της ανθεκτικότητας θα είχε μεγαλύτερη αξία από τη συντήρηση παρωχημένων εξαιρέσεων.
Τα στοιχεία που παρουσιάζονται δείχνουν, μάλιστα, και πού βρίσκεται το μεγάλο βάρος. Στη φορολογία κεφαλαίου εντοπίζεται κόστος 9,07 δισ. ευρώ, με χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπως οι απαλλαγές στον ειδικό φόρο ακινήτων για υπεράκτιες εταιρείες, που αποτυπώνονται με τεράστιο δημοσιονομικό αποτύπωμα. Εκεί η συζήτηση γίνεται αναπόφευκτα πιο πολιτικά φορτισμένη διότι όταν η κυβέρνηση αναζητεί πόρους, το ερώτημα είναι αν θα κοιτάξει πρώτα τις «τρύπες» αυτές που έχουν χαμηλό κοινωνικό αντίκτυπο ή αν θα καταλήξει ξανά σε λύσεις που αγγίζουν ευρύτερες κατηγορίες φορολογουμένων.
Μια τέτοια μεταρρύθμιση όσο αναφορά τις φοροαπαλλαγές το σίγουρο είναι ότι δεν μπορεί να γίνει με οριζόντιο «κούρεμα». Αν επιχειρηθεί , θα παράξει περισσότερη αδικία παρά αποτελεσματικότητα. Μπορεί όμως να αποτελέσει αφετηρία για κάτι χρήσιμο, αν στηριχθεί στη κοινωνική δικαιοσύνη, στην αναπτυξιακή απόδοση, στη διοικητική απλότητα.
Το σίγουρο είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται απλώς λιγότερες φοροαπαλλαγές, αλλα χρειάζεται καλύτερες φοροαπαλλαγές.



























![Ακίνητα: Το Κολωνάκι μετακόμισε στα Δυτικά Προάστια [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/04/akinita-1024x683-1.jpg)



![Καύσιμα: Στα ύψη οι τιμές τους – Πώς επηρεάζουν τις αεροπορικές [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2022/01/aeropl.jpg)



