Στις 30 Σεπτεμβρίου 1949, έληξε ένα από τα μεγαλύτερα εγχειρήματα εφοδιαστικής στην ιστορία και ταυτόχρονα μία από τις πρώτες μεγάλες αναμετρήσεις του Ψυχρού Πολέμου. Όταν η Σοβιετική Ένωση απέκλεισε το Δυτικό Βερολίνο τον Ιούνιο του 1948, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία αποφάσισαν να κρατήσουν την πόλη ζωντανή από τον αέρα. Για σχεδόν 15 μήνες, εκατοντάδες αεροσκάφη πετούσαν αδιάκοπα προς μια πόλη περίπου δύο εκατομμυρίων κατοίκων, μεταφέροντας τρόφιμα, καφέ, καύσιμα και κάθε είδους χρήσιμα εφόδια.
Η κρίση είχε ξεκινήσει από τη σύγκρουση των πρώην συμμάχων για το μέλλον της Γερμανίας. Τον Ιούνιο του 1948 οι δυτικές δυνάμεις προχώρησαν σε νομισματική μεταρρύθμιση στις δυτικές ζώνες κατοχής και στη συνέχεια στο Δυτικό Βερολίνο. Η Σοβιετική Ένωση αντέδρασε διακόπτοντας σταδιακά τις χερσαίες και πλωτές συνδέσεις της πόλης με τη Δύση. Στις 24 Ιουνίου έκλεισαν ουσιαστικά οι οδικές, σιδηροδρομικές και υδάτινες οδοί. Το Βερολίνο, αν και βρισκόταν βαθιά μέσα στη σοβιετική ζώνη της Γερμανίας, έμενε πλέον αποκομμένο από τις δυτικές ζώνες.

Η μοναδική οδός που δεν μπορούσε να κλείσει μονομερώς η Μόσχα ήταν οι τρεις αεροδιάδρομοι που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των συμμάχων. Έτσι γεννήθηκε η Αερογέφυρα. Η αμερικανική επιχείρηση ονομάστηκε Operation Vittles, ενώ η βρετανική Operation Plainfare, αναφέρει το BBC. Τα πρώτα αμερικανικά αεροσκάφη έφτασαν στο Βερολίνο στις 26 Ιουνίου 1948. Ξεκίνησαν με μόλις 102 C-47 Dakota, χωρητικότητας περίπου τριών τόνων το καθένα, και δύο μεγαλύτερα C-54 Skymaster, που μπορούσαν να μεταφέρουν περίπου 10 τόνους, σύμφωνα με τα αρχεία της USAF (που πρόσφατα είχε μετονομαστεί από Army Air Forces).
Η Αερογέφυρα αποκτά τεράστιες διαστάσεις
Σύντομα όμως η επιχείρηση πήρε πρωτοφανείς διαστάσεις. Ο Αμερικανός στρατηγός Γουίλιαμ Τάνερ ανέλαβε τον συντονισμό και μετέτρεψε την Αερογέφυρα σε μια αυστηρά αυστηρά οργανωμένη αλυσίδα μεταφορών. Τα αεροσκάφη πετούσαν σε συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και ύψη, καθοδηγούμενα από ραντάρ, ώστε να αποφεύγονται καθυστερήσεις. Τον Ιανουάριο του 1949 περίπου 225 αμερικανικά C-54 Skymaster ήταν αφιερωμένα στην επιχείρηση, ενώ η RAF διέθετε περίπου 100 αεροσκάφη, κυρίως Dakotas και Avro Yorks, μαζί με υδροπλάνα Sunderland.
Οι πτήσεις ξεκινούσαν από αεροπορικές βάσεις στις δυτικές ζώνες κατοχής της Γερμανίας. Οι Αμερικανοί χρησιμοποιούσαν κυρίως το Rhein-Main, κοντά στη Φρανκφούρτη, και στο Wiesbaden-Erbenheim, ενώ οι Βρετανοί είχαν ένα μεγαλύτερο δίκτυο βάσεων στη βρετανική ζώνη. Τα φορτία κατευθύνονταν στο Βερολίνο μέσω των συμφωνημένων αεροδιαδρόμων. Η επιχείρηση ανεφοδιασμού της πόλης ξεκίνησε αρχικά κυρίως με τα αεροδρόμια Tempelhof στον αμερικανικό τομέα και Gatow στον βρετανικό. Τον Δεκέμβριο του 1948 άνοιξε και το Tegel στον γαλλικό τομέα, που έγινε το τρίτο μεγάλο αεροδρόμιο της επιχείρησης. Επιχειρώντας από τον ποταμό Έλβα στο Φίνκενβερντερ (κοντά στο Αμβούργο), τα υδροπλάνα Sunderland προσθαλασσώνονταν στη λίμνη Havel και στη Wanseeε του Βερολίνου, ακριβώς δίπλα στη βάση της RAF στο Gatow, σύμφωνα με το berlinairlift75.org.

Short Sunderland στη λίμνη Havel
Το μέγεθος της επιχείρησης αποτυπώνεται στους αριθμούς. Μέχρι τη λήξη της επιχείρησης είχαν πραγματοποιηθεί σχεδόν 278.000 πτήσεις και είχαν μεταφερθεί πάνω από 2,3 εκατομμύρια τόνους φορτίου. Περίπου το 75% του φορτίου μεταφέρθηκε με τα αμερικανική αεροσκάφη. Οι Αμερικανοί πραγματοποίησαν πάνω από 189.000 πτήσεις και μετέφεραν περίπου 1,78 εκατ. τόνους. Οι Βρετανοί συνεισέφεραν περίπου 542.000 τόνους, εκ των οποίων περίπου 394.000 τόνοι μεταφέρθηκαν από αεροσκάφη της RAF και οι υπόλοιποι από βρετανικά πολιτικά αεροσκάφη.
Το κόστος σε αγαθά και χρήματα

Το σημαντικότερο φορτίο ήταν ο άνθρακας. Το Βερολίνο χρειαζόταν τεράστιες ποσότητες για ηλεκτρισμό, θέρμανση και βιομηχανία. Συνολικά περίπου 1,6 εκατ. τόνοι από το φορτίο της Αερογέφυρας ήταν άνθρακας. Τρόφιμα, αλεύρι, γάλα, κρέας και καύσιμα αποτελούσαν το υπόλοιπο. Οι ανάγκες της πόλης ήταν τεράστιες: μόνο για τρόφιμα απαιτούνται περίπου 1.800–2.000 τόνοι ημερησίως.
Η κορύφωση ήρθε στις 16 Απριλίου 1949, τη λεγόμενη «Easter Parade». Μέσα σε 24 ώρες πραγματοποιήθηκαν 1.398 πτήσεις και μεταφέρθηκαν περίπου 12.940 τόνοι εφοδίων. Στο αποκορύφωμα της επιχείρησης ένα αεροσκάφος έφτανε στο Βερολίνο περίπου κάθε λεπτό.
Και το κόστος ήταν ανάλογο. Η αμερικανική κυβέρνηση υπολόγισε αργότερα ότι μόνο τα λειτουργικά έξοδα της Αερογέφυρας για τις ΗΠΑ ανήλθαν σε περίπου 216 εκατ. δολάρια. Η Βρετανία υπολόγισε την πρόσθετη επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού σε περίπου 10,25 εκατ. λίρες. Δεν περιλαμβάνονταν κατ’ ανάγκην σε αυτά τα ποσά όλα τα καύσιμα, τα εμπορεύματα και οι ευρύτερες στρατιωτικές δαπάνες.
Το ανθρώπινο κόστος
Η επιχείρηση είχε όμως και ανθρώπινο κόστος. Παρά τα αυστηρά μέτρα ασφαλείας, δεκάδες άνθρωποι έχουν τη ζωή τους σε ατυχήματα. Η αμερικανική επίσημη ιστορία καταγράφει 30 Αμερικανούς στρατιωτικούς και έναν πολίτη νεκρούς σε 12 δυστυχήματα, ενώ στη βρετανική πλευρά οι απώλειες ήταν επίσης σημαντικές.
Η Σοβιετική Ένωση τελικά ήρε τον αποκλεισμό στις 12 Μαΐου 1949. Οι Δυτικοί, ωστόσο, δεν σταμάτησαν αμέσως τις πτήσεις. Η Αερογέφυρα συνεχίστηκε μέχρι τον Σεπτέμβριο, ώστε να δημιουργηθούν αποθέματα τροφίμων, καυσίμων και άλλων απαραίτητων αγαθών στην περίπτωση νέου αποκλεισμού. Η τελευταία γενική φάση ολοκληρώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου 1949.
Η Αερογέφυρα του Βερολίνου δεν ήταν απλώς μια επιχείρηση μεταφοράς, ήταν μια επίδειξη του τι μπορούσε να πετύχει η δυτική συμμαχία χωρίς να καταφύγει σε στρατιωτική σύγκρουση. Για τη Δύση απέδειξε ότι το Βερολίνο μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς χερσαίο διάδρομο· Η Σοβιετική Ένωση ήρε τελικά τον αποκλεισμό χωρίς οι δυτικές δυνάμεις να έχουν εγκαταλείψει τους τομείς τους στο Βερολίνο. Και για τους περίπου δύο εκατομμύρια κατοίκους του Δυτικού Βερολίνου, τα αεροσκάφη που έφτασαν κάθε λίγα λεπτά έγιναν το σύμβολο ότι η πόλη δεν εγκαταλείπεται, ούτε παραδίδεται.


































