array(5) {
  ["ai_cats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(20) "Business and Finance"
    [1]=>
    string(17) "News and Politics"
  }
  ["ai_subcats"]=>
  array(2) {
    [0]=>
    string(7) "Economy"
    [1]=>
    string(13) "National News"
  }
  ["ai_tone"]=>
  string(7) "neutral"
  ["ai_dv_cat1"]=>
  string(15) "Current Events1"
  ["ai_dv_cat2"]=>
  string(8) "Business"
}

Η Γερμανία επανενώνεται: Ο λογαριασμός των τριών δεκαετιών και η δύσκολη σύγκλιση Ανατολής και Δύσης

Η γερμανική ενοποίηση κόστισε τεράστια ποσά, αλλά το δυσκολότερο μέρος του εγχειρήματος ήταν η μετατροπή μιας οικονομίας που είχε λειτουργήσει για τέσσερις δεκαετίες με εντελώς διαφορετικούς κανόνες

Η Γερμανία επανενώνεται: Ο λογαριασμός των τριών δεκαετιών και η δύσκολη σύγκλιση Ανατολής και Δύσης

Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης

Προσθήκη του ot.gr στην Google

Στις 3 Οκτωβρίου 1990 η Γερμανία έγινε ξανά μία χώρα. Η ημερομηνία σηματοδότησε την τυπική ολοκλήρωση μιας διαδικασίας που είχε ξεκινήσει με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, στις 9 Νοεμβρίου 1989, και επιταχύνθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα τους επόμενους μήνες. Στις 23 Αυγούστου 1990 η Volkskammer, το κοινοβούλιο της Ανατολικής Γερμανίας, ψήφισε υπέρ της ένταξης στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου τα δύο κοινοβούλια ενέκριναν τη Συνθήκη Ενοποίησης. Η συνθήκη προέβλεπε την ένταξη της Λαϊκής Δημοκρατία (DDR) στο πεδίο εφαρμογής του γερμανικού Συντάγματος στις 3 Οκτωβρίου.

Η πολιτική ένωση, όμως, αποδείχθηκε πολύ ευκολότερη από την οικονομική. Η Δυτική Γερμανία δεν κλήθηκε απλώς να ενσωματώσει πέντε νέα κρατίδια. Ανέλαβε να μετατρέψει μέσα σε ελάχιστο χρόνο μια κεντρικά σχεδιασμένη οικονομία σε οικονομία της αγοράς, να αντικαταστήσει τους θεσμούς της DDR, να ανανεώσει τις υποδομές, να χρηματοδοτήσει το κοινωνικό κράτος και ταυτόχρονα να απορροφήσει εκατομμύρια εργαζομένους από μια παραγωγική βάση που δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τις δυτικογερμανικές επιχειρήσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα οικονομικό εγχείρημα χωρίς προηγούμενο. Και ο λογαριασμός του δεν μπορεί να αποτυπωθεί σε έναν μόνο αριθμό.

Το πρώτο μεγάλο στοίχημα: το D-Mark

Το πρώτο κρίσιμο βήμα έγινε πριν ακόμη από την επίσημη ενοποίηση. Την 1η Ιουλίου 1990 τέθηκε σε ισχύ η νομισματική, οικονομική και κοινωνική ένωση. Το μάρκο της DDR αντικαταστάθηκε από το δυτικογερμανικό D-Mark, το οποίο έγινε το νόμιμο νόμισμα στην Ανατολή. Η Bundesbank χρειάστηκε να μεταφέρει περίπου 28 δισ. D-Mark σε μετρητά στην Ανατολική Γερμανία μέσα σε ελάχιστες ημέρες, σύμφωνα με τα αρχεία της.

Η πολιτική λογική ήταν σαφής: οι Ανατολικογερμανοί έπρεπε να αισθανθούν ότι η ενοποίηση σήμαινε άμεση βελτίωση της καθημερινότητάς τους. Η ισοτιμία 1 προς 1 για μισθούς, ημερομίσθια, συντάξεις και ορισμένες καταθέσεις προσέφερε ένα εντυπωσιακό άμεσο κέρδος.

Οικονομικά όμως η απόφαση ήταν πολύ πιο σύνθετη. Η παραγωγικότητα των επιχειρήσεων της DDR απείχε σημαντικά από τα δυτικογερμανικά επίπεδα. Ένα μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας είχε επιβιώσει επί δεκαετίες χάρη σε κρατικές επιδοτήσεις, διοικητικά καθορισμένες τιμές και εμπορικές σχέσεις με τις χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ.

Με την εισαγωγή του D-Mark, οι επιχειρήσεις της Ανατολής βρέθηκαν σχεδόν αμέσως αντιμέτωπες με τον ανταγωνισμό της παγκόσμιας αγοράς. Σύμφωνα με το  γερμανικό υπουργείο οικονομικών Bundesfinanzministerium το σοκ ήταν τεράστιο.

Η Treuhand και η κατάρρευση της παλιάς βιομηχανίας

Ο οργανισμός Treuhandanstalt ανέλαβε να διαχειριστεί την κρατική περιουσία της DDR και να την ιδιωτικοποιήσει. Όταν ξεκίνησε τη δραστηριότητά της, είχε υπό την εποπτεία της περίπου 8.500 κρατικές επιχειρήσεις, στις οποίες εργάζονταν περισσότερα από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι.

Το σχέδιο ήταν γρήγορο: ιδιωτικοποίηση όσων μπορούσαν να επιβιώσουν, αναδιάρθρωση άλλων και κλείσιμο όσων θεωρούνταν μη βιώσιμες. Στην πράξη, η διαδικασία αποδείχθηκε πολύ πιο επώδυνη.

Η κυβέρνηση εκτιμούσε αρχικά την αξία της βιομηχανικής περιουσίας της DDR περίπου στα 600 δισ. D-Mark. Όταν η Treuhand ολοκλήρωσε τη λειτουργία της στα τέλη του 1994, είχε συσσωρεύσει χρέη περίπου 250 δισ. D-Mark. Η ίδια η γερμανική κυβέρνηση αναγνωρίζει σήμερα ότι η ανταγωνιστικότητα και η πραγματική αξία της ανατολικογερμανικής οικονομίας είχαν υπερεκτιμηθεί.

Γερμανία

Το κοινωνικό κόστος και ο πρώτος λογαριασμός

Η ανατολικογερμανική βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε περίπου 70% μετά την πτώση του Τείχους και εκατομμύρια θέσεις εργασίας χάθηκαν. Για μια κοινωνία που είχε συνηθίσει σε σχεδόν καθολική απασχόληση, η μετάβαση στην ανεργία ήταν ίσως το μεγαλύτερο κοινωνικό σοκ της ενοποίησης.

Για να χρηματοδοτήσει τη μετάβαση δημιουργήθηκε το 1990 ο «Fonds Deutsche Einheit». Το αρχικό του μέγεθος ήταν 115 δισ. D-Mark, από τα οποία 95 δισ. επρόκειτο να αντληθούν μέσω δανεισμού. Οι ανάγκες αυξήθηκαν και τελικά το ταμείο έφθασε σε μέγεθος άνω των 160 δισ. D-Mark. Μεταξύ 1990 και 1994 τα νέα κρατίδια έλαβαν μέσω αυτού περίπου 82,2 δισ. ευρώ σε σημερινή λογιστική μετατροπή.

Το 1995 ο μηχανισμός αντικαταστάθηκε από τον πρώτο Solidarpakt, ενώ τα ανατολικά κρατίδια εντάχθηκαν πλήρως στο γερμανικό σύστημα δημοσιονομικής εξισορρόπησης.
Ακολούθησε ο Solidarpakt II, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 2019. Σύμφωνα με το Ομοσπονδιακό Κέντρο Πολιτικής Εκπαίδευσης, ο πρώτος Solidarpakt απέφερε στα νέα κρατίδια και στο Βερολίνο περίπου 94,5 δισ. ευρώ έως το 2004. Ο δεύτερος περιλάμβανε άλλα 105 δισ. ευρώ σε ειδικές ομοσπονδιακές μεταβιβάσεις και 51,1 δισ. ευρώ μέσω ενός δεύτερου «καλαθιού» χρηματοδότησης.

Αυτά, όμως, είναι μόνο ένα μέρος του συνολικού λογαριασμού.

Το «κόστος της ενοποίησης» δεν είναι ένας αριθμός

Η Bundesbank έχει υπολογίσει ότι μέχρι το 2000 οι καθαρές μεταβιβάσεις προς την Ανατολική Γερμανία ξεπέρασαν τα 1 τρισ. D-Mark, δηλαδή περίπου 500 δισ. ευρώ με την απλή μετατροπή του νομίσματος, με τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό να καλύπτει περίπου 600 δισ. D-Mark. Ο συνολικός ετήσιος δημοσιονομικός όγκος που συνδεόταν με την ενοποίηση έφθασε κατά μέσο όρο στο 4%-4,5% του ΑΕΠ.

Άλλες μελέτες δίνουν υψηλότερους αριθμούς επειδή συμπεριλαμβάνουν τις συντάξεις, τις επιδοτήσεις ανεργίας, τις κοινωνικές μεταβιβάσεις, τις υποδομές, το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και άλλες δαπάνες.

Η Bundesbank έχει αναφέρει εκτιμήσεις για συνολικό κόστος της γερμανικής ενοποίησης περίπου 1,5 έως 2,1 τρισ. ευρώ για τα πρώτα 25 χρόνια. Το σημαντικότερο στοιχείο είναι ότι περίπου 60%-65% του ποσού αυτού αφορούσε τον κοινωνικό τομέα.

Μια διαφορετική μεθοδολογία τhw γερμανικής υπηρεσάις ενημέρωσης πολιτών BPB υπολόγιζε τις καθαρές μεταβιβάσεις έως το 2016 περίπου στα 1,72 τρισ. ευρώ. Προσθέτοντας ειδικά κόστη ενοποίησης περίπου 187,5 δισ. ευρώ, οι συγγραφείς κατέληγαν σε συνολικό ποσό περίπου 1,9 τρισ. ευρώ. Η ίδια ανάλυση, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι αυτό δεν αποτελεί καθαρό «λογαριασμό ζημιάς», καθώς πρέπει να συνυπολογιστούν φόροι, ασφαλιστικές εισφορές και οικονομικά οφέλη που δημιουργήθηκαν από τη μετακίνηση εργαζομένων και την οικονομική ενοποίηση. Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη: το ποσό των μεταβιβάσεων δεν είναι το ίδιο πράγμα με το καθαρό οικονομικό κόστος της ενοποίησης.

Ο φόρος αλληλεγγύης

Ένα από τα πιο γνωστά εργαλεία χρηματοδότησης υπήρξε ο Solidaritätszuschlag, ο «φόρος αλληλεγγύης». Εισήχθη το 1995 με σκοπό την κάλυψη των επιβαρύνσεων που αντιμετώπιζε ο ομοσπονδιακός προϋπολογισμός εξαιτίας της ενοποίησης. Μέχρι το 2018 είχε αποφέρει περίπου 325 δισ. ευρώ.

Από το 2021 περίπου το 90% όσων πλήρωναν προηγουμένως τον φόρο απαλλάχθηκε λόγω της αύξησης των αφορολόγητων ορίων. Ωστόσο ο φόρος δεν καταργήθηκε πλήρως. Το 2024 απέφερε περίπου 12,6 δισ. ευρώ και το 2025 η επίσημη εκτίμηση ήταν περίπου 12,5 δισ. ευρώ. Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών υποστηρίζει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν δαπάνες που σχετίζονται με την ενοποίηση, μεταξύ άλλων στο συνταξιοδοτικό και στην αγορά εργασίας.

Έτσι, ακόμη και 35 και πλέον χρόνια μετά, ένα φορολογικό εργαλείο που δημιουργήθηκε για την ενοποίηση εξακολουθεί να υπάρχει.

Το οικονομικό κόστος της ενοποίησης

Σημείωση: Δεν υπάρχει ένας ενιαίος και καθολικά αποδεκτός «τελικός λογαριασμός». Οι διαφορετικές εκτιμήσεις περιλαμβάνουν διαφορετικές κατηγορίες μεταβιβάσεων, κοινωνικών δαπανών, υποδομών, επιδοτήσεων και κόστους χρηματοδότησης. Το ποσό των μεταβιβάσεων δεν ταυτίζεται με το καθαρό οικονομικό κόστος.

Τι απέκτησε η Ανατολή

Ο λογαριασμός όμως δεν μπορεί να εξετάζεται μόνο από την πλευρά του κόστους για τη Δυτική Γερμανία.

Οι ανατολικές περιοχές απέκτησαν ένα τεράστιο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού. Δρόμοι, σιδηρόδρομοι, τηλεπικοινωνίες, δίκτυα ενέργειας, κατοικίες, πανεπιστήμια και δημόσιες υποδομές ανακαινίστηκαν ή κατασκευάστηκαν από την αρχή.

Η οικονομική απόσταση μειώθηκε θεαματικά, αν και δεν εξαφανίστηκε.

Το 1991 ο μέσος μικτός μηνιαίος μισθός εργαζομένου πλήρους απασχόλησης στην Ανατολή ήταν 924 ευρώ, έναντι 1.987 ευρώ στη Δύση. Το 2024 είχε ανέλθει στα 3.973 ευρώ, έναντι 4.810 ευρώ στη Δύση. Το χάσμα, επομένως, μειώθηκε από περισσότερο από 50% σε περίπου 17%-21%, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού.

Παρόμοια εικόνα εμφανίζεται στο ΑΕΠ. Μεταξύ 1991 και 2024 το πραγματικό ΑΕΠ ανά κάτοικο αυξήθηκε εντυπωσιακά στα ανατολικά κρατίδια. Η Θουριγγία, για παράδειγμα, κατέγραψε αύξηση 163% σε πραγματικούς όρους. Παρ’ όλα αυτά, το 2024 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ ήταν 36.942 ευρώ στη Θουριγγία και 36.517 στη Σαξονία-Άνχαλτ, έναντι 58.817 ευρώ στη Βαυαρία και 84.486 ευρώ στο Αμβούργο.

Η άλλη μεγάλη διαφορά είναι ο πλούτος. Το 2018, το καθαρό συνολικό ποσό νοικοκυριών στη Δυτική Γερμανία ανερχόταν κατά μέσο όρο σε περίπου 182.000 ευρώ, έναντι 88.000 ευρώ στην Ανατολή, σύμφωνα με τα στοιχεία του Destatis.

Εδώ βρίσκεται ένα από τα βαθύτερα κατάλοιπα της διαίρεσης: οι μισθοί μπορούν να συγκλίνουν πολύ ταχύτερα από τον συσσωρευμένο πλούτο.

Το δημογραφικό τίμημα

Η οικονομική ενοποίηση είχε και ένα τεράστιο δημογραφικό κόστος. Από το 1990 και μετά εκατομμύρια Ανατολικογερμανοί μετακινήθηκαν προς τη Δύση αναζητώντας εργασία και καλύτερες οικονομικές προοπτικές. Μεταξύ 1990 και 2024 ο πληθυσμός των ανατολικών κρατιδίων, χωρίς το Βερολίνο, μειώθηκε περίπου 16%. Στη Σαξονία-Άνχαλτ η μείωση έφθασε το 26%, στη Θουριγγία το 20% και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία το 18%.

Η εξέλιξη αυτή δημιούργησε έναν νέο οικονομικό φαύλο κύκλο: οι πιο μορφωμένοι και παραγωγικοί εργαζόμενοι είχαν μεγαλύτερη δυνατότητα να μετακινηθούν, αφήνοντας πίσω τους περιοχές με γηράσκοντα πληθυσμό και μικρότερη οικονομική δυναμική.

Παράλληλα, το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της εταιρικής ισχύος παρέμεινε. Η Ανατολική Γερμανία διαθέτει πλέον σύγχρονες βιομηχανίες, τεχνολογικούς πόλους και ισχυρές επιχειρήσεις, αλλά εξακολουθεί να έχει μικρότερη παρουσία στις έδρες των μεγάλων γερμανικών ομίλων και στα ανώτερα επίπεδα της οικονομικής διοίκησης.

Η «εσωτερική ενοποίηση» δεν τελείωσε

Το μεγάλο γερμανικό πείραμα επομένως έχει δύο διαφορετικές ημερομηνίες. Η πολιτική ενοποίηση ολοκληρώθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1990. Η οικονομική ενοποίηση χρειάστηκε δεκαετίες και, με ορισμένες μετρήσεις, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι η Γερμανία χρειάστηκε να μεταφέρει τεράστιους πόρους από τη Δύση στην Ανατολή για να δημιουργήσει συνθήκες σύγκλισης. Το ποσό που έχει δαπανηθεί υπολογίζεται, ανάλογα με τη μεθοδολογία, από περίπου 1,5 τρισ. έως σχεδόν 2 τρισ. ευρώ ή και περισσότερο όταν χρησιμοποιούνται ευρύτεροι ορισμοί των μεταβιβάσεων. Δεν υπάρχει ένας κοινά αποδεκτός «τελικός λογαριασμός».

Και όμως, η αξιολόγηση της ενοποίησης μόνο ως δημοσιονομικό βάρος θα ήταν παραπλανητική. Η Ανατολική Γερμανία μεταμορφώθηκε οικονομικά και κοινωνικά, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι απέκτησαν πρόσβαση σε εισοδήματα, καταναλωτικά αγαθά, ελευθερία μετακίνησης, πολιτικά δικαιώματα και κοινωνικές παροχές που δεν υπήρχαν στο προηγούμενο σύστημα.

Το παράδοξο είναι ότι η μεγαλύτερη επιτυχία της ενοποίησης –η δραματική μείωση του χάσματος– έκανε πιο εμφανές το υπόλοιπο χάσμα. Το 1991 η διαφορά ήταν τόσο μεγάλη ώστε σχεδόν οποιαδήποτε βελτίωση φαινόταν εντυπωσιακή. Σήμερα, όμως, η σύγκριση γίνεται ανάμεσα σε δύο περιοχές της ίδιας χώρας, με το ίδιο νόμισμα, το ίδιο κοινωνικό κράτος και το ίδιο νομικό σύστημα.

Γι’ αυτό και η συζήτηση στη σημερινή Γερμανία έχει μετακινηθεί από το «πόσα χρήματα χρειάζεται η Ανατολή» στο «πώς μπορεί η Ανατολή να δημιουργήσει μεγαλύτερη ανάπτυξη από μόνη της». Ο κυβερνητικός απολογισμός του 2026 δίνει πλέον έμφαση στην κοινωνική κινητικότητα και στις δυνατότητες οικονομικής ανόδου «με δικές της δυνάμεις», αναγνωρίζοντας ότι, 36 χρόνια μετά την ενοποίηση, οι διαφορές στις ευκαιρίες και στις κοινωνικές διαδρομές εξακολουθούν να έχουν σημασία.

Αυτό είναι τελικά το πραγματικό οικονομικό μάθημα της 3ης Οκτωβρίου: η δημιουργία ενός ενιαίου κράτους μπορεί να γίνει μέσα σε μία νύχτα. Η δημιουργία μιας ενιαίας οικονομίας απαιτεί γενιές.

Η γερμανική ενοποίηση κόστισε τεράστια ποσά, αλλά το δυσκολότερο μέρος του εγχειρήματος δεν ήταν η μεταφορά των χρημάτων. Ήταν η μετατροπή μιας οικονομίας που είχε λειτουργήσει για τέσσερις δεκαετίες με εντελώς διαφορετικούς κανόνες σε τμήμα μιας ενιαίας, ανταγωνιστικής οικονομίας. Και αυτή η διαδικασία συνεχίζεται ακόμη.

OT Originals
Περισσότερα από World

ot.gr | Ταυτότητα

Διαχειριστής - Διευθυντής: Λευτέρης Θ. Χαραλαμπόπουλος

Διευθυντής Σύνταξης: Χρήστος Κολώνας

Ιδιοκτησία - Δικαιούχος domain name: ΟΝΕ DIGITAL SERVICES MONOΠΡΟΣΩΠΗ ΑΕ

Μέτοχος: ALTER EGO MEDIA A.E.

Νόμιμος Εκπρόσωπος: Ιωάννης Βρέντζος

Έδρα - Γραφεία: Λεωφόρος Συγγρού αρ 340, Καλλιθέα, ΤΚ 17673

ΑΦΜ: 801010853, ΔΟΥ: ΚΕΦΟΔΕ ΑΤΤΙΚΗΣ

Ηλεκτρονική διεύθυνση Επικοινωνίας: [email protected], Τηλ. Επικοινωνίας: 2107547007

Μέλος

ened
ΜΗΤ

Aριθμός Πιστοποίησης
Μ.Η.Τ.232433

Cookies