Η Apple έκλεισε για πρώτη φορά συνεδρίαση με χρηματιστηριακή αξία πάνω από τα 5 τρισ. δολάρια, καταγράφοντας ένα ιστορικό ορόσημο ακριβώς τη στιγμή που περνά σε νέα εποχή διοίκησης. Οι μετοχές της κατασκευάστριας του iPhone έκλεισαν σε επίπεδα-ρεκόρ την Τετάρτη, ανεβάζοντας την αποτίμησή της στα 5,005 τρισ. δολάρια, σύμφωνα με τα στοιχεία της Dow Jones Market Data. Έτσι, η εταιρεία έγινε η δεύτερη παγκοσμίως που ολοκλήρωσε συνεδρίαση πάνω από αυτό το όριο, μετά την Nvidia.
Το επίτευγμα αποτελεί ταυτόχρονα μέτρο της επιτυχίας του Τιμ Κουκ και πρόκληση για τον διάδοχό του, Τζον Τέρνους, ο οποίος αναλαμβάνει την ηγεσία της εταιρείας σε μια περίοδο αυξανόμενων τεχνολογικών και ανταγωνιστικών πιέσεων.
Κατά τη διάρκεια της περίπου 15ετούς θητείας του, που ολοκληρώθηκε στις 31 Αυγούστου, η χρηματιστηριακή αξία της Apple αυξήθηκε περίπου δεκαπλάσια, ενώ οι ετήσιες πωλήσεις iPhone σχεδόν τετραπλασιάστηκαν. Ο Κουκ διεύρυνε επίσης σημαντικά τις δραστηριότητες υπηρεσιών, αυξάνοντας τα ετήσια έσοδα από περίπου 10 δισ. δολάρια σε περισσότερα από 100 δισ. δολάρια. Παράλληλα, προϊόντα όπως το Apple Watch και τα AirPods εξελίχθηκαν σε σημαντικές πηγές εσόδων, αποφέροντας συνολικά πάνω από 30 δισ. δολάρια ετησίως, σημειώνει η Wall Street Journal.
Σημαντικό μέρος της στρατηγικής του ήταν και η επιστροφή κεφαλαίων στους μετόχους. Μέσω επαναγορών μετοχών και μερισμάτων, η Apple διέθεσε συνολικά πάνω από 1 τρισ. δολάρια, ενισχύοντας τις αποδόσεις των επενδυτών.

Τιμ Κουκ
Το πλεονέκτημα της προβλεψιμότητας
Η χρηματιστηριακή αποτίμηση της Apple παραμένει υψηλή σε σχέση με τον ευρύτερο δείκτη S&P 500, παρότι ο ρυθμός αύξησης των εσόδων της είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο του δείκτη. Οι επενδυτές πληρώνουν ένα premium επειδή θεωρούν την εταιρεία σχετικά ασφαλή επιλογή, με ισχυρή πελατειακή βάση, προβλέψιμες πωλήσεις και δραστηριότητες υπηρεσιών υψηλής κερδοφορίας.
Η συγκρατημένη πολιτική κεφαλαιουχικών δαπανών υπήρξε βασικό στοιχείο αυτής της επιτυχίας. Ενώ ανταγωνιστές όπως η Microsoft, η Amazon και η Alphabet επενδύουν τεράστια ποσά σε κέντρα δεδομένων για την τεχνητή νοημοσύνη, η Apple επέλεξε να επικεντρωθεί στις συσκευές της και στις υπηρεσίες που προσφέρει στους χρήστες τους, αξιοποιώντας παράλληλα τεχνολογίες και υποδομές τρίτων.
Η στρατηγική αυτή περιορίζει τους επενδυτικούς κινδύνους, αλλά ενδέχεται να αποδειχθεί λιγότερο αποτελεσματική εάν η τεχνητή νοημοσύνη αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές χρησιμοποιούν τις συσκευές τους.

Κουκ και Τέρνους
Ακριβότερα εξαρτήματα και νέες προσδοκίες
Η Apple βρίσκεται ήδη αντιμέτωπη με αυξημένο κόστος μνημών και αποθηκευτικών εξαρτημάτων, καθώς η ζήτηση από τα κέντρα δεδομένων δημιουργεί ελλείψεις. Η εταιρεία έχει αυξήσει τις τιμές σε ολόκληρη τη σειρά συσκευών της, ακόμη και σε παλαιότερα μοντέλα iPhone, στα οποία συνήθως θα αναμενόταν μείωση τιμής.
Παρά τον κίνδυνο οι καταναλωτές να καθυστερήσουν την αναβάθμιση των συσκευών τους, η μετοχή έχει ενισχυθεί κατά περίπου 25% από το πρώτο κύμα αυξήσεων, σύμφωνα με το δημοσίευμα. Οι επενδυτές εκτιμούν ότι η ισχυρή πιστότητα των πελατών θα επιτρέψει στην εταιρεία να διατηρήσει την κερδοφορία της, ακόμη και αν πιεστούν τα περιθώρια.
Ο αναλυτής της Bank of America, Γουάμσι Μοχάν, θεωρεί ότι ένα νέο αναδιπλούμενο iPhone, το οποίο αναφέρεται ως iPhone Duo, θα μπορούσε να ενισχύσει τη ζήτηση. Παράλληλα, η αναβαθμισμένη Siri, με λειτουργίες τεχνητής νοημοσύνης που αναπτύχθηκαν με τη συνδρομή της Google, φιλοδοξεί να δώσει στους χρήστες έναν ακόμη λόγο να αγοράσουν νεότερες συσκευές.

Η Apple στη μάχη για την τεχνητή νοημοσύνη
Η τεχνητή νοημοσύνη παραμένει το μεγαλύτερο στρατηγικό στοίχημα για τον Τέρνους. Η Apple έχει δεχθεί κριτική επειδή καθυστέρησε να παρουσιάσει ανταγωνιστικές δυνατότητες, ενώ το ChatGPT άλλαξε τις προσδοκίες των χρηστών από τους ψηφιακούς βοηθούς. Η ενσωμάτωση της νέας Siri στο iPhone προσφέρει πλεονέκτημα διανομής, καθώς η Apple διαθέτει ήδη μια τεράστια εγκατεστημένη βάση συσκευών και πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα, τα οποία θα μπορούσαν να υποστηρίξουν πιο εξατομικευμένες υπηρεσίες.
Ωστόσο, η άνοδος των αυτόνομων πρακτόρων τεχνητής νοημοσύνης δημιουργεί νέα ερωτήματα για το αν το iPhone θα παραμείνει η βασική πύλη πρόσβασης στις ψηφιακές υπηρεσίες. Η OpenAI επιδιώκει να επεκταθεί στις συσκευές, έχοντας προσλάβει εκατοντάδες πρώην εργαζομένους της Apple. Οι δύο εταιρείες βρίσκονται πλέον και σε νομική αντιπαράθεση, με αμοιβαίες καταγγελίες για εμπιστευτικά αρχεία και εμπορικά μυστικά, τις οποίες αμφότερες αμφισβητούν.
Η νέα ηγεσία καλείται, επομένως, να διατηρήσει την οικονομική πειθαρχία που καθιέρωσε ο Κουκ, χωρίς να χάσει το επόμενο κύμα τεχνολογικής καινοτομίας. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο η διατήρηση της αποτίμησης των 5 τρισ. δολαρίων, αλλά και το αν η Apple θα εξακολουθήσει να καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν με την τεχνολογία.




































