Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται. Σύμφωνα με τη δεύτερη εκτίμηση των Ετήσιων Εθνικών Λογαριασμών της ΕΛΣΤΑΤ, που δημοσιεύθηκε στις 16 Οκτωβρίου, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025. Το δεύτερο τρίμηνο του 2026 ενισχύθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση. Η δημοσιονομική σταθεροποίηση και η ανάκτηση της διεθνούς αξιοπιστίας είναι σημαντικά επιτεύγματα, ιδίως με δεδομένη την αφετηρία της προηγούμενης δεκαετίας.
Παρά τη θετική εικόνα, η καθημερινότητα πολλών νοικοκυριών παραμένει πιεστική. Η στέγαση απορροφά μεγάλο μέρος των οικογενειακών προϋπολογισμών, ενώ οι πρόσθετες ιδιωτικές δαπάνες για βασικές υπηρεσίες περιορίζουν τη δυνατότητα αποταμίευσης και σχεδιασμού. Η οικονομική ανασφάλεια επηρεάζει τη δημιουργία οικογένειας και την ανεξαρτητοποίηση των νέων. Ακόμη και μια απρόβλεπτη δαπάνη μπορεί να ανατρέψει τον οικογενειακό προγραμματισμό.
Η απόσταση ανάμεσα στις μακροοικονομικές επιδόσεις και την καθημερινή εμπειρία των πολιτών αξίζει πλέον μεγαλύτερη προσοχή στον δημόσιο διάλογο. Η συζήτηση για την ανάπτυξη παραμένει προσανατολισμένη στην αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας, στις επενδύσεις και στη δημοσιονομική επίδοση, αφήνοντας συχνά σε δεύτερο πλάνο την αποτελεσματικότητα με την οποία η παραγόμενη ευημερία διαχέεται στην κοινωνία.
Τα πρόσφατα ευρωπαϊκά στοιχεία αποκαλύπτουν πόσο μεγάλη είναι αυτή η πρόκληση.
Σύμφωνα με τη νεότερη έκδοση της έκθεσης της Eurostat «Key figures on European living conditions – 2026 edition», το 26,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε το 2025 σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος ήταν μόλις 7,7%. Η διαφορά είναι εντυπωσιακή και γίνεται ακόμη πιο ανησυχητική όταν αναλογιστούμε ότι ο συγκεκριμένος δείκτης περιλαμβάνει το συνολικό κόστος κατοικίας και όχι αποκλειστικά το ενοίκιο.
Εξίσου προβληματική είναι η εικόνα στην υγεία. Στην ίδια έκθεση, η Eurostat καταγράφει ότι και οι 13 ελληνικές περιφέρειες εμφάνιζαν το 2025 υψηλότερα ποσοστά ανικανοποίητων αναγκών για ιατρική εξέταση από οποιαδήποτε άλλη περιφέρεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την οποία υπήρχαν διαθέσιμα συγκρίσιμα στοιχεία. Τα ποσοστά κυμαίνονταν από 9,1% στο Νότιο Αιγαίο έως 13,4% στο Βόρειο Αιγαίο, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 2,4%. Πρόκειται για περιπτώσεις στις οποίες πολίτες δήλωσαν ότι δεν μπόρεσαν να πραγματοποιήσουν αναγκαία ιατρική εξέταση εξαιτίας του κόστους, της απόστασης ή του χρόνου αναμονής.
Παράλληλα, η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης του 2025, την οποία δημοσίευσε η ΕΛΣΤΑΤ τον Μάρτιο του 2026, κατέγραψε ότι το 27,5% του πληθυσμού βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, αυξημένο από 26,9% στην προηγούμενη έρευνα. Για το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Eurostat υπολόγισε το αντίστοιχο ποσοστό σε 20,9%.
Οι αριθμοί αυτοί φωτίζουν πλευρές της οικονομικής πραγματικότητας που δεν αποτυπώνει το ΑΕΠ. Για ένα νοικοκυριό, σημασία έχει τι απομένει από το εισόδημα μετά τις αναγκαίες δαπάνες, αλλά και ποιες υπηρεσίες μπορεί πράγματι να χρησιμοποιήσει. Αυτή η πλευρά της ευημερίας παραμένει συχνά στο περιθώριο του ετήσιου οικονομικού απολογισμού.
Μια οικογένεια μπορεί να δει τον μισθό της να αυξάνεται, ενώ η στεγαστική επιβάρυνση αυξάνεται περισσότερο. Αν χρειαστεί να πληρώσει ιδιωτικές εξετάσεις, φροντίδα παιδιών ή πρόσθετη εκπαιδευτική υποστήριξη, το περιθώριο για αποταμίευση και μελλοντικές επιλογές περιορίζεται. Έτσι, μέρος του οφέλους από την αύξηση του εισοδήματος εξανεμίζεται.
Αυτό το κόστος αξίζει να αποκτήσει κεντρική θέση στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής. Η πρόσβαση σε αξιόπιστες δημόσιες υπηρεσίες έχει άμεση οικονομική αξία για τα νοικοκυριά, ακόμη και όταν αυτή δεν εμφανίζεται ως επιπλέον εισόδημα στον τραπεζικό τους λογαριασμό.
Μια αποτελεσματική δημόσια υπηρεσία υγείας περιορίζει την ανάγκη ιδιωτικών πληρωμών και την οικονομική αβεβαιότητα που συνοδεύει ένα πρόβλημα υγείας. Η επαρκής προσφορά προσιτής κατοικίας διευκολύνει την επαγγελματική κινητικότητα και επιτρέπει στους νέους να σχεδιάσουν τη ζωή τους με μεγαλύτερη αυτονομία.
Οι παρεμβάσεις αυτές έχουν και παραγωγική διάσταση. Μια κοινωνία στην οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να μετακινούνται ευκολότερα, να διατηρούν την υγεία τους και να συνδυάζουν αποτελεσματικότερα την επαγγελματική με την οικογενειακή ζωή αξιοποιεί καλύτερα το ανθρώπινο δυναμικό της. Η ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών συνδέεται, επομένως, και με τις μακροπρόθεσμες δυνατότητες της οικονομίας.
Εδώ χρειάζεται μια ουσιαστική αλλαγή προτεραιοτήτων.
Η Ελλάδα έχει πραγματοποιήσει σημαντική προσπάθεια για την αποκατάσταση της δημοσιονομικής της αξιοπιστίας. Γι’ αυτό και η επόμενη φάση της οικονομικής πολιτικής χρειάζεται μεγαλύτερη προσήλωση στα αποτελέσματα. Ο αριθμός των νέων προσλήψεων, το ύψος μιας χρηματοδότησης ή η ολοκλήρωση ενός επενδυτικού προγράμματος αποτελούν χρήσιμες πληροφορίες, αλλά δεν αρκούν για να αξιολογηθεί η επιτυχία μιας δημόσιας παρέμβασης. Η αξιολόγηση οφείλει να εξετάζει τι άλλαξε στην πράξη για τον πολίτη.
Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να καθιερωθεί ένας ετήσιος δημόσιος απολογισμός ευημερίας, παράλληλα με τον οικονομικό απολογισμό. Η ΕΛΣΤΑΤ, τα αρμόδια υπουργεία και ανεξάρτητοι φορείς θα μπορούσαν να παρουσιάζουν συγκρίσιμους δείκτες για τη στεγαστική επιβάρυνση, την πρόσβαση στην υγεία, την εξέλιξη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος ανά εισοδηματική ομάδα και την κάλυψη βασικών κοινωνικών αναγκών.
Ιδιαίτερη σημασία θα είχε η περιφερειακή διάσταση αυτής της αξιολόγησης. Η οικονομική πρόοδος της Αττικής δεν αποτυπώνει απαραίτητα τις συνθήκες διαβίωσης στην περιφέρεια, όπως και οι ανάγκες μιας νησιωτικής κοινωνίας διαφέρουν αισθητά από εκείνες ενός μεγάλου αστικού κέντρου. Οι εθνικοί μέσοι όροι είναι χρήσιμοι, αλλά συχνά συγκαλύπτουν ανισότητες που απαιτούν διαφορετικές πολιτικές απαντήσεις.
Στον τομέα της υγείας, η χρηματοδότηση και η διοικητική αξιολόγηση θα μπορούσαν να συνδέονται συστηματικότερα με τον χρόνο αναμονής, την πρόσβαση σε αναγκαίες εξετάσεις και την ποιότητα της περίθαλψης. Η δημοσιοποίηση αυτών των μεγεθών, με τις αναγκαίες προσαρμογές για τις διαφορετικές ανάγκες των ασθενών και των περιοχών, θα επέτρεπε να εντοπίζονται οι πραγματικές αδυναμίες του συστήματος και να κατευθύνονται αποτελεσματικότερα οι διαθέσιμοι πόροι.
Αντίστοιχα, στη στεγαστική πολιτική χρειάζεται μεγαλύτερη έμφαση στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών που μπορούν πράγματι να χρησιμοποιηθούν για μακροχρόνια διαμονή. Η αξιοποίηση κενών ακινήτων, τα στοχευμένα κίνητρα ανακαίνισης, η επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων και η καλύτερη σύνδεση των οικιστικών περιοχών με τις δημόσιες μεταφορές μπορούν να αποτελέσουν μέρος μιας συνεκτικής στρατηγικής. Τα κίνητρα, όπου χρηματοδοτούνται από δημόσιους πόρους, θα πρέπει να συνοδεύονται από ελέγξιμες δεσμεύσεις για την προσιτότητα και τη διάρκεια διάθεσης των κατοικιών.
Καμία από αυτές τις παρεμβάσεις δεν είναι ανέξοδη ή άμεση. Με περιορισμένους δημόσιους πόρους, η αξιολόγηση οφείλει να διαχωρίζει τις διαρκείς βελτιώσεις από τις πρόσκαιρες ενισχύσεις και τις επικοινωνιακές εξαγγελίες.
Η χώρα χρειάζεται ισχυρότερη παραγωγική βάση, περισσότερες επενδύσεις και υψηλότερη παραγωγικότητα. Χωρίς αυτά, οι δυνατότητες διαρκούς βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου παραμένουν περιορισμένες. Όμως η αύξηση του παραγόμενου πλούτου πρέπει να συνοδεύεται από μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στη χρήση του, ιδιαίτερα εκεί όπου οι αδυναμίες της οικονομίας μετατρέπονται σε μόνιμα βάρη για τα νοικοκυριά.
Η επόμενη μεγάλη πρόκληση για την ελληνική οικονομία βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το σημείο: στη δυνατότητά της να δημιουργεί συνθήκες οικονομικής ασφάλειας και ουσιαστικής προόδου για περισσότερους πολίτες.
Ίσως έχει έρθει η στιγμή να συμπεριλάβουμε στον απολογισμό της οικονομικής πολιτικής μερικά απλά, αλλά απαιτητικά ερωτήματα. Πόσο μειώθηκε το βάρος της στέγασης; Πόσο ευκολότερη έγινε η πρόσβαση στην περίθαλψη; Πόσοι πολίτες μπορούν πλέον να αντιμετωπίσουν μια έκτακτη δαπάνη χωρίς να διακινδυνεύσουν την οικονομική τους ισορροπία;
Οι απαντήσεις θα μας έδιναν μια πληρέστερη εικόνα για την πορεία της χώρας.
Γιατί όσο η απόσταση ανάμεσα στην οικονομική πρόοδο και στην καθημερινή εμπειρία των πολιτών παραμένει μεγάλη, η ανάπτυξη θα χρειάζεται διαρκώς εξηγήσεις για να γίνει αντιληπτή ως ευημερία.
*Ο Μιχάλης Ματθαιάκης είναι ναυτιλιακός αναλυτής













![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Ε]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akin.jpg)





![Η Δέουσα Επιμέλεια Πελάτη [Μέρος 1ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/02/eforia-1.jpg)


















