Η εξάρτηση από τις εισαγωγές και την ενέργεια, η αδύναμη ανταγωνιστικότητα και η συρρίκνωση του πληθυσμού εξακολουθούν να περιορίζουν τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, παρά τη βελτίωση των δημόσιων οικονομικών. Αυτή είναι η άλλη πλευρά της έκθεσης της S&P που δημοσιοποιήθηκε χθες, η οποία διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο ΒΒΒ, με σταθερές προοπτικές, καταγράφοντας μια σειρά από επίμονες αδυναμίες.
Ο αμερικανικός οίκος αναγνωρίζει την ανθεκτικότητα της ανάπτυξης, την υπέρβαση των δημοσιονομικών στόχων και την αποκλιμάκωση του χρέους. Ωστόσο, επισημαίνει ότι οι εξωτερικές ανισορροπίες επιβαρύνουν την πιστοληπτική εικόνα της χώρας, ενώ το νέο ενεργειακό σοκ αναδεικνύει ξανά την ευαισθησία της σε εξελίξεις που βρίσκονται εκτός των συνόρων της.
Έλλειμμα 7% του ΑΕΠ στις εξωτερικές συναλλαγές
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών αποτελεί μία από τις πιο σαφείς προειδοποιήσεις της έκθεσης. Η S&P προβλέπει ότι το έλλειμμα θα διευρυνθεί στο 7% του ΑΕΠ το 2026, από 5,8% το 2025, ανατρέποντας την πρόσφατη βελτίωση.
Η επιδείνωση συνδέεται με την άνοδο των ενεργειακών τιμών, αλλά το πρόβλημα έχει βαθύτερες ρίζες. Ο οίκος καταγράφει υπερβολική εξάρτηση από εισαγόμενα αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των υδρογονανθράκων, καθώς και ανταγωνιστικότητα του εξωτερικού τομέα που παραμένει αδύναμη.
Μέρος του ελλείμματος αντανακλά την ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας και τις εισαγωγές που συνδέονται με επενδύσεις του Ταμείου Ανάκαμψης. Ωστόσο, η επιμονή του δείχνει ότι η αύξηση του ΑΕΠ και των εξαγωγών εξακολουθεί να μην καλύπτει τις ανάγκες της οικονομίας για αγαθά από το εξωτερικό.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το έλλειμμα διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 7,3% του ΑΕΠ την περίοδο 2020 –2025. Ακόμη και το 2029, όταν η S&P αναμένει αποκλιμάκωσή του, προβλέπει ότι θα παραμένει στο 4,5% του ΑΕΠ.
Η ενέργεια πιέζει τα νοικοκυριά
Το ενεργειακό σοκ λόγω του πολέμου στη Μέση Ανατολή αποτελεί ήδη παράγοντα πίεσης στην κατανάλωση. Όπως σημειώνει ο οίκος, οι ισχυρές τουριστικές εισπράξεις, οι επενδύσεις και οι εξαγωγές αγαθών αντισταθμίζουν την επιβάρυνση που δέχονται τα νοικοκυριά.
Η ανθεκτικότητα της συνολικής ανάπτυξης, επομένως, συνυπάρχει με πιέσεις στην αγοραστική δύναμη. Παράλληλα, η άνοδος των διεθνών τιμών ενέργειας διογκώνει τον λογαριασμό των εισαγωγών και επιδεινώνει τις εξωτερικές ανισορροπίες.
Τα μέτρα ενεργειακής στήριξης υπολογίζονται από τη S&P περίπου στο 0,3% του ΑΕΠ φέτος, με τον οίκο να σημειώνει ότι θα έχουν προσωρινό χαρακτήρα.
Δημογραφικό: Μόνιμο βάρος στην ανάπτυξη
Ιδιαίτερα αυστηρές είναι οι επισημάνσεις για το δημογραφικό. Ο πληθυσμός της Ελλάδας έχει μειωθεί περισσότερο από 6% από το υψηλότερο επίπεδό του το 2011, εξαιτίας της υπογεννητικότητας και της μετανάστευσης που ακολούθησε την κρίση χρέους.

Η χώρα είναι ήδη η τέταρτη πιο γερασμένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με βάση τις προβολές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που επικαλείται η έκθεση, έως το 2050 αναμένεται να έχει το υψηλότερο ποσοστό πληθυσμού άνω των 65 ετών μεταξύ των κρατών-μελών.
Η δυσμενής σχέση μεταξύ ηλικιωμένων και πληθυσμού σε ηλικία εργασίας αναμένεται να επιβαρύνει τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Παρότι η S&P αναγνωρίζει ότι οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις περιόρισαν τo δημοσιονομικό πλαίσιο, παραμένει επιφυλακτική για το κατά πόσο οι πρόσφατες φορολογικές ελαφρύνσεις για ορισμένες πολύτεκνες οικογένειες μπορούν να ενισχύσουν ουσιαστικά τις γεννήσεις.
Μεταρρυθμίσεις με εκκρεμότητες και χαμηλά εισοδήματα
Ο οίκος διαπιστώνει ότι σημαντικά διαρθρωτικά εμπόδια εξακολουθούν να συγκρατούν τις δυνατότητες της οικονομίας. Σε αντίθεση με την πρόοδο στις τράπεζες και στην αγορά εργασίας, οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων υπήρξαν πιο περιορισμένες. Αντίστοιχα, περιορισμένη χαρακτηρίζεται η πρόοδος σε άλλους τομείς, όπως οι αντιλήψεις για τη διαφθορά.
Η απόσταση από τα ευρωπαϊκά εισοδήματα παραμένει επίσης μεγάλη. Ακόμη και με μέση ανάπτυξη 2,1% την περίοδο 2027–2029, η S&P υπολογίζει ότι το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα φθάσει το 2029 περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ, έναντι 47% το 2019.
Στις σοβαρές μακροπρόθεσμες προκλήσεις περιλαμβάνει και τις διαταραχές από την κλιματική αλλαγή.
Το χρέος μειώνεται, η πολιτική αβεβαιότητα παραμένει
Παρά την πτωτική πορεία του, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται υψηλό. Η S&P εκτιμά ότι το καθαρό χρέος της γενικής κυβέρνησης, μετά την αφαίρεση ρευστών διαθεσίμων, θα διαμορφωθεί στο 123% του ΑΕΠ φέτος και στο 107% το 2029.
Η ευνοϊκή διάρθρωσή του λειτουργεί προστατευτικά: η μέση σταθμική διάρκεια προσεγγίζει τα 18,3 χρόνια και το μέσο ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης μετά τις πράξεις ανταλλαγής επιτοκίων το 1,9%.
Στο πολιτικό πεδίο, ο οίκος εκτιμά ότι οι εκλογές, που πρέπει να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027, ενδέχεται να οδηγήσουν σε απώλεια της αυτοδυναμίας της Νέας Δημοκρατίας και ανάγκη σχηματισμού συνασπισμού. Δεν προβλέπει, πάντως, ουσιαστική αλλαγή οικονομικής κατεύθυνσης, επικαλούμενος τη συναίνεση στους βασικούς στόχους δημοσιονομικής βιωσιμότητας και ανάπτυξης.
Τι έκαναν οι άλλοι οίκοι
Ο φθινοπωρινός κύκλος των αξιολογήσεων άνοιξε στις 4 Σεπτεμβρίου, όταν η Morningstar DBRS επιβεβαίωσε την Ελλάδα στο ΒΒΒ, βελτιώνοντας την τάση της αξιολόγησης από σταθερή σε θετική.
Στις 18 Σεπτεμβρίου, η Moody’s διατήρησε την αξιολόγηση στο Baa3, μεταβάλλοντας τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Την ίδια ημέρα, η Scope Ratings αναβάθμισε τη χώρα κατά μία βαθμίδα, στο ΒΒΒ+ με σταθερές προοπτικές.
Μετά την απόφαση της S&P, η μοναδική προγραμματισμένη αξιολόγηση που απομένει για το 2026 είναι της Fitch, στις 6 Νοεμβρίου. Ο οίκος αξιολογεί σήμερα την Ελλάδα με ΒΒΒ και σταθερές προοπτικές.















![Ενοίκια: Τι ακίνητα προτιμούν οι Ελληνες – Μικρά και 20ετίας [γραφήματα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/08/ot_enoikia-1024x682-1.png)



















