Θετική παραμένει η UBS για τις ευρωπαϊκές μετοχές, εκτιμώντας ότι η ανάκαμψη των εταιρικών κερδών, οι μακροπρόθεσμες επενδυτικές τάσεις και οι αποτιμήσεις που εξακολουθούν να κινούνται σε εύλογα επίπεδα μπορούν να στηρίξουν την αγορά, παρά την αυξημένη αβεβαιότητα που προκαλούν οι γεωπολιτικές εντάσεις, η άνοδος των επιτοκίων και το ενεργειακό κόστος. Στην τελευταία ανάλυσή της για τις μετοχές της Ευρωζώνης, η ελβετική τράπεζα διατηρεί την περιοχή στην κατηγορία «Attractive», εξακολουθώντας να τη συγκαταλέγει στις προτιμώμενες αγορές της διεθνώς.
Οι αναλυτές της UBS, εκτιμούν ότι η ευρωπαϊκή αγορά βρίσκεται στο πρώτο έτος μιας νέας κυκλικής ανάκαμψης των εταιρικών κερδών, έπειτα από τρία χρόνια στασιμότητας. Προβλέπουν αύξηση των κερδών κατά 15% το 2026 και κατά επιπλέον 15% το 2027 για τις εταιρείες του δείκτη Euro Stoxx, θεωρώντας ότι οι βασικοί παράγοντες που τροφοδοτούν την ανάκαμψη παραμένουν σε ισχύ.
Σύμφωνα με την UBS, η ανθεκτικότητα των εταιρικών αποτελεσμάτων διαφοροποιεί την τρέχουσα συγκυρία από προηγούμενες περιόδους κατά τις οποίες οι ανησυχίες για τα επιτόκια είχαν οδηγήσει σε πιέσεις στις μετοχές. Τα εταιρικά κέρδη στον Stoxx Europe 600 έχουν αυξηθεί κατά 18% το τελευταίο έτος, ενώ η βελτίωση των εκτιμήσεων των αναλυτών δεν περιορίζεται πλέον σε συγκεκριμένους κλάδους, αλλά επεκτείνεται σχεδόν στο σύνολο της αγοράς.

Οι τρεις παράγοντες που πιέζουν τις αποτιμήσεις
Η πρόσφατη διόρθωση των ευρωπαϊκών μετοχών συνδέεται, σύμφωνα με την τράπεζα, με τρεις βασικές πηγές ανησυχίας, το ύψος των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη και τη χρηματοδότησή τους, την άνοδο των επιτοκίων και τις υψηλότερες τιμές του πετρελαίου. Παράλληλα, η διεύρυνση των πιέσεων στην αγορά κρατικών ομολόγων, ιδιαίτερα στη Γαλλία, έχει ενισχύσει την επιφυλακτικότητα των επενδυτών.
Η UBS επισημαίνει ότι ο δείκτης αποτίμησης P/E του Stoxx Europe 600 έχει υποχωρήσει κατά 15% από την έναρξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, στα τέλη Φεβρουαρίου. Οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε μετοχές που είναι περισσότερο ευαίσθητες στα επιτόκια, σε επιχειρήσεις με άμεση έκθεση στην καταναλωτική ζήτηση και σε κυκλικούς κλάδους εκτός εμπορευμάτων.
Ωστόσο, η τράπεζα δεν θεωρεί ότι η διόρθωση αυτή σηματοδοτεί αναγκαστικά επιδείνωση των θεμελιωδών μεγεθών των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Αντίθετα, εκτιμά ότι η ισχυρή κερδοφορία και η διεύρυνση της ανάκαμψης λειτουργούν ως αντίβαρο στις πιέσεις που προκαλεί το μακροοικονομικό περιβάλλον.
Το επόμενο διάστημα, η UBS θα παρακολουθεί κατά πόσο το υψηλότερο κόστος εισροών και δανεισμού αρχίζει να περιορίζει τη ζήτηση ή να συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους. Ο κίνδυνος θεωρείται μεγαλύτερος για τις επιχειρήσεις που απευθύνονται απευθείας στους καταναλωτές, καθώς η ζήτηση παραμένει ασθενής και η δυνατότητα μετακύλισης του αυξημένου κόστους στις τελικές τιμές είναι περιορισμένη.
Για τις περισσότερες επιχειρήσεις, πάντως, η συγκράτηση των δαπανών και η ζήτηση που συνδέεται με τις επενδύσεις εκτιμάται ότι μπορούν να αντισταθμίσουν μέρος των πιέσεων.
Τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτροκίνηση και άμυνα στηρίζουν την ανάπτυξη
Κεντρικό στοιχείο της θετικής προσέγγισης της UBS είναι η εκτίμηση ότι οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, την ηλεκτροκίνηση και την άμυνα θα διατηρήσουν τη δυναμική τους, παρά τις ανησυχίες για το κόστος χρηματοδότησης και τις συνθήκες στην παγκόσμια οικονομία.
Ειδικά για την τεχνητή νοημοσύνη, η τράπεζα σημειώνει ότι η ανάπτυξη των σχετικών υποδομών εξακολουθεί να περιορίζεται περισσότερο από τη διαθεσιμότητα υπολογιστικής ισχύος παρά από την πρόσβαση σε κεφάλαια. Εκτιμά, επίσης, ότι τα οφέλη από τις επενδύσεις αυτές θα συνεχίσουν να επεκτείνονται σε περισσότερους τομείς της οικονομίας, όπως συνέβη και το προηγούμενο τρίμηνο.
Την ίδια στιγμή, η άνοδος των ενεργειακών τιμών ενισχύει, κατά την UBS, την ανάγκη για επενδύσεις στην ηλεκτροκίνηση και την άμυνα. Η τράπεζα αναμένει ότι η ανάκαμψη της μεταποιητικής δραστηριότητας και ένα ευνοϊκότερο περιβάλλον συναλλαγματικών ισοτιμιών θα ενισχύσουν την αύξηση των εσόδων και θα περιορίσουν μέρος της πίεσης στα περιθώρια κέρδους.
Σε αυτό το πλαίσιο, η επικείμενη περίοδος ανακοίνωσης αποτελεσμάτων τρίτου τριμήνου αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η UBS αναμένει ισχυρές επιδόσεις, με την αύξηση των εσόδων να συμβάλλει πλέον περισσότερο στην κερδοφορία, παράλληλα με τη συνεχιζόμενη πειθαρχία στο κόστος και την ανθεκτική επενδυτική ζήτηση.
Οι κλάδοι και οι αγορές που προτιμά η UBS
Σε επίπεδο κλάδων, η UBS διατηρεί θετική στάση απέναντι στις εταιρείες τεχνολογίας, τη βιομηχανία, τις τράπεζες, την υγεία και την προαιρετική καταναλωτική δαπάνη, δηλαδή προϊόντα και υπηρεσίες που δεν καλύπτουν βασικές ανάγκες. Παράλληλα, ξεχωρίζει τη γερμανική αγορά, καθώς θεωρεί ότι οι επιχειρήσεις που επωφελούνται από την κυκλική ανάκαμψη και τις διαρθρωτικές επενδυτικές τάσεις διαθέτουν ευνοϊκές προοπτικές.
Η θετική στάση απέναντι στην καταναλωτική δαπάνη διατηρείται παρά την πρόσφατη υποχώρηση των σχετικών μετοχών, η οποία συνδέεται με τα υψηλότερα επιτόκια και το ενεργειακό κόστος. Η UBS εκτιμά ότι ο κλάδος θα μπορούσε να ανακάμψει σημαντικά εάν βελτιωθούν οι προοπτικές του ενεργειακού εφοδιασμού.
Αντί για μια συνολική τοποθέτηση στον κλάδο, η τράπεζα προκρίνει πιο επιλεκτικές επιλογές μέσω της επενδυτικής θεματικής «Luxury & Lifestyles». Η προσέγγιση εστιάζει στην κατανάλωση υψηλότερης κατηγορίας, η οποία εκτιμάται ότι μπορεί να αποδειχθεί ανθεκτικότερη σε ένα περιβάλλον αυξημένου κόστους και ασθενέστερης ζήτησης. Η UBS επισημαίνει, μάλιστα, ότι οι αποτιμήσεις σε όρους τιμής προς λογιστική αξία έχουν πλησιάσει σε χαμηλά δεκαετίας σε τμήματα της αγοράς.
Παράλληλα, διατηρεί τη θετική της προσέγγιση για τις ευρωπαϊκές εταιρείες που θεωρεί ότι είναι σε θέση να επωφεληθούν από τις παγκόσμιες τάσεις και τις διαρθρωτικές αλλαγές στην περιοχή, μέσω της θεματικής «European Leaders».
Στις επιλογές της περιλαμβάνονται επίσης οι μεσαίας κεφαλαιοποίησης εισηγμένες της Ελβετίας. Η UBS τις προτιμά τακτικά έναντι των μεγάλων κεφαλαιοποιήσεων της χώρας, εκτιμώντας ότι συνδυάζουν διαρθρωτικά πλεονεκτήματα, λόγω των προοπτικών ανάπτυξής τους, με κυκλικά οφέλη από τη βελτίωση των οικονομικών συνθηκών.
Στις 7.100 μονάδες ο στόχος για τον Euro Stoxx 50
Στο βασικό της σενάριο, η UBS θέτει τον στόχο για τον Euro Stoxx 50 στις 6.900 μονάδες τον Δεκέμβριο του 2026 και στις 7.100 μονάδες τον Ιούνιο του 2027. Στις 20 Οκτωβρίου, ο δείκτης βρισκόταν στις 6.088 μονάδες.
Το θετικό σενάριο της τράπεζας προβλέπει ότι ο Euro Stoxx 50 θα μπορούσε να φτάσει τις 7.600 μονάδες τον Ιούνιο του 2027. Προϋπόθεση αποτελεί ένας ισχυρός επενδυτικός κύκλος, με αιχμή την τεχνητή νοημοσύνη, την ηλεκτροκίνηση και τις αμυντικές δαπάνες, ο οποίος θα οδηγούσε σε μεγαλύτερη αύξηση των εταιρικών κερδών.
Πρόσθετη ώθηση θα μπορούσε να προέλθει από την ταχύτερη ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας, εφόσον ο ενεργειακός εφοδιασμός εξομαλυνθεί σύντομα. Σε αυτή την κατεύθυνση θα μπορούσαν να συμβάλουν η δημοσιονομική πολιτική της Γερμανίας, οι αμυντικές δαπάνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η ενίσχυση της κατανάλωσης, εάν τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά περιορίσουν το ποσοστό του εισοδήματος που αποταμιεύουν.
Η επίτευξη συμφωνίας ειρήνης μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας θα μπορούσε επίσης να βελτιώσει το επενδυτικό κλίμα και να οδηγήσει σε χαμηλότερες τιμές φυσικού αερίου. Παράλληλα, μια πιο υποστηρικτική νομισματική ή δημοσιονομική πολιτική διεθνώς θα μπορούσε να ενισχύσει τις εκτιμήσεις για τα κέρδη και να στηρίξει τις αποτιμήσεις.
Στους δυνητικούς καταλύτες για μια διατηρήσιμη αναβάθμιση της ευρωπαϊκής αγοράς, η UBS περιλαμβάνει ακόμη την πρόοδο των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγονται η αύξηση των αμυντικών δαπανών και εκτός Γερμανίας, μια πιο πραγματιστική προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην πολιτική ανταγωνισμού και η πρόοδος προς την ενοποίηση της ευρωπαϊκής αγοράς αποταμιεύσεων και επενδύσεων.
Οι εξελίξεις αυτές θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων, να ενισχύσουν την καινοτομία και να στηρίξουν υψηλότερες αποτιμήσεις. Επιπλέον, μεγαλύτερη διαφοροποίηση χαρτοφυλακίων από Αμερικανούς και Ασιάτες επενδυτές προς ευρωπαϊκά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσε να περιορίσει το χάσμα αποτίμησης μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ.
Το αρνητικό σενάριο και οι βασικοί κίνδυνοι
Στον αντίποδα, στο αρνητικό της σενάριο η UBS τοποθετεί τον Euro Stoxx 50 στις 4.700 μονάδες τον Ιούνιο του 2027. Ο βασικός κίνδυνος αφορά την παρατεταμένη διαταραχή του ενεργειακού εφοδιασμού, η οποία θα μπορούσε να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα και να οδηγήσει σε αυστηρότερη νομισματική πολιτική από αυτή που προβλέπεται σήμερα.
Ένας ακόμη παράγοντας κινδύνου είναι το ενδεχόμενο οι επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη να αποδειχθούν κατώτερες των προσδοκιών. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να πιέσει τόσο τις αποτιμήσεις της ευρύτερης αγοράς όσο και τις προοπτικές κερδοφορίας συγκεκριμένων κλάδων που έχουν επωφεληθεί από τις σχετικές επενδύσεις και την αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας.
Η UBS προειδοποιεί επίσης για το ενδεχόμενο αναζωπύρωσης εμπορικών εντάσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης ή μεταξύ ΕΕ και Κίνας, εξέλιξη που θα επιβάρυνε την ανάπτυξη και το επενδυτικό κλίμα. Παράλληλα, ο ανταγωνισμός από την Κίνα, οι επίμονα υψηλές ενεργειακές τιμές στην Ευρώπη και η ασθενής κινεζική ανάπτυξη θα μπορούσαν να συνεχίσουν να λειτουργούν ανασταλτικά για τις αποτιμήσεις των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.
Τέλος, η πολιτική αβεβαιότητα στην Ευρώπη ενδέχεται να επανέλθει στο προσκήνιο, καθώς η περιοχή εισέρχεται σε μια περίοδο αυξημένων εκλογικών αναμετρήσεων το 2027.























![Τουρισμός: Σε ποιές περιοχές οι επισκέπτες ξοδεύουν περισσότερα [γράφημα]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2024/03/fontana-di-trevi-1.jpg)











