Η αυξανόμενη ζήτηση ενέργειας ανοίγει καινούριες επενδυτικές ευκαιρίες, την ώρα που οι γεωπολιτικές εντάσεις και η αβεβαιότητα για τις τιμές του πετρελαίου δυσκολεύουν τους σχεδιασμούς των επιχειρήσεων του κλάδου.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Baker Hughes, Λορέντσο Σιμονέλι, διατηρεί την αισιοδοξία του για τις μακροπρόθεσμες προοπτικές της αγοράς. Όπως επισημαίνει, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, η αύξηση του παγκόσμιου πληθυσμού και οι ανάγκες των αναπτυσσόμενων χωρών θα συνεχίσουν να τροφοδοτούν την ενεργειακή ζήτηση.
«Πιστεύω ότι έχουμε μπροστά μας μια δεκαετία αυξημένης ζήτησης», δήλωσε στον Νταν Μέρφι του CNBC, στην εκπομπή «Access Middle East», στο περιθώριο του ενεργειακού συνεδρίου ADIPEC στο Άμπου Ντάμπι.
Ο ίδιος εκτιμά ότι οι επενδύσεις θα ενισχύονται σταδιακά, καθώς η άνοδος της κατανάλωσης θα απαιτεί πρόσθετες υποδομές για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών.
Ενέργεια: Η αυξημένη ζήτηση δεν εξασφαλίζει κέρδη
Η μετατροπή αυτών των ευκαιριών σε κερδοφόρες επενδύσεις, ωστόσο, παραμένει ζητούμενο.
Ο διευθύνων σύμβουλος της γερμανικής RWE, Μάρκους Κρέμπερ, αναγνώρισε ότι η τεχνητή νοημοσύνη και ο εξηλεκτρισμός ενισχύουν τη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας. Την ίδια στιγμή, όμως, οι γεωπολιτικές εντάσεις, οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες και τα υψηλότερα επιτόκια δυσκολεύουν τη λήψη επενδυτικών αποφάσεων.
«Υπάρχουν τεράστιες επενδυτικές ευκαιρίες, αλλά και ένα πολύ απαιτητικό επενδυτικό περιβάλλον», δήλωσε σε ξεχωριστή συζήτηση στο ADIPEC.
Για τις σχεδιαζόμενες επεκτάσεις της υπολογιστικής ισχύος και τις υποδομές ηλεκτροδότησης που χρειάζονται για να τις στηρίξουν, εκτίμησε ότι θα υλοποιηθούν, αλλά πιθανότατα με αργούς ρυθμούς.
Από την πλευρά της, η διευθύνουσα σύμβουλος της BP, Μεγκ Ο’Νιλ, υπογράμμισε ότι οι μεγάλες αποκλίσεις στις προβλέψεις για την παγκόσμια ενεργειακή ζήτηση επηρεάζουν καθοριστικά τις επενδυτικές αποφάσεις. Και αυτό διότι η ανάπτυξη ενός έργου πετρελαίου ή φυσικού αερίου μπορεί να απαιτήσει χρόνια, ενώ η παραγωγική του ζωή εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών.
Στο επίκεντρο των σχεδιασμών βρίσκεται και η αβεβαιότητα για την πορεία του πετρελαίου. «Πρέπει να σχεδιάζουμε την επιχειρηματική μας δραστηριότητα για ένα περιβάλλον χαμηλότερων τιμών», τόνισε η Ο’Νιλ.
Περισσότερες υποδομές και μεγαλύτερη ανθεκτικότητα
Σύμφωνα με τον Σιμονέλι, η δραστηριότητα στον κλάδο αναμένεται να αυξηθεί με χαμηλό μονοψήφιο ποσοστό το 2027.
Όπως εξήγησε, η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ανέδειξε την ανάγκη θωράκισης του ενεργειακού συστήματος, με περισσότερες εγκαταστάσεις αποθήκευσης, πρόσθετους αγωγούς και παρεμβάσεις στα σημεία που προκαλούν συμφόρηση.
«Το ενεργειακό σύστημα θα πρέπει να γίνει πιο ανθεκτικό. Αυτό σημαίνει περισσότερη αποθήκευση, περισσότερους αγωγούς και εξάλειψη των σημείων συμφόρησης που υπάρχουν σήμερα», ανέφερε.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Schneider Electric, Ολιβιέ Μπλουμ, επισήμανε ότι η σύγκρουση έχει επιβραδύνει ορισμένα έργα στον Περσικό Κόλπο. Εκτίμησε, ωστόσο, ότι σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα οι ευκαιρίες για ανάπτυξη πρόσθετων υποδομών έχουν διευρυνθεί ακόμη περισσότερο.
Πιθανή υπερπροσφορά πετρελαίου το 2027 και το 2028
Καθοριστικό ρόλο στις επενδύσεις διαδραματίζει και η αναμενόμενη εξέλιξη της προσφοράς.
Ο Ρίτσαρντ Μπρονζ, συνιδρυτής και επικεφαλής γεωπολιτικής της Energy Aspects, δήλωσε στο CNBC ότι η αγορά πετρελαίου ενδέχεται να εμφανίσει πλεονάζουσα προσφορά το 2027 και το 2028.
Όπως διευκρίνισε, οι εκτιμήσεις για το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης, μεταξύ αυτών και της Energy Aspects, παραπέμπουν σε υπερπροσφορά τη συγκεκριμένη διετία, υπό την προϋπόθεση ότι οι ροές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή θα επανέλθουν σε κανονικά επίπεδα.











![Ακίνητα: Μια απόσταση 20 χλμ. με διαφορά 200.000 ευρώ [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/SPITI-MOU.jpg)


























