Η τεχνολογία των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones) και η τεχνητή νοημοσύνη μετασχηματίζουν με ταχύτατους ρυθμούς τον σύγχρονο πόλεμο.
Ωστόσο, οι μεγαλύτερες αμυντικές βιομηχανίες του κόσμου διαπιστώνουν ότι η ζήτηση για άρματα μάχης, μαχητικά αεροσκάφη, πυραύλους και άλλα παραδοσιακά οπλικά συστήματα παραμένει ισχυρή.
Τα πρόσφατα οικονομικά αποτελέσματα αμερικανικών και ευρωπαϊκών αμυντικών ομίλων δείχνουν ότι τα συμβατικά οπλικά συστήματα εξακολουθούν να τροφοδοτούν την ανάπτυξη των εσόδων τους, παράλληλα με την αυξανόμενη ζήτηση για προηγμένους αισθητήρες, αυτόνομα συστήματα και τεχνολογίες αντιμετώπισης drones.
Αντί, λοιπόν, να εκτοπίζει τους παραδοσιακούς κατασκευαστές όπλων, η εξάπλωση των drones και του αυτόνομου πολέμου δημιουργεί νέες επιχειρηματικές ευκαιρίες για πολλές από τις ίδιες εταιρείες. Από τα συστήματα αντι-drone έως τους προηγμένους αισθητήρες που ενσωματώνονται σε άρματα μάχης και μαχητικά αεροσκάφη, οι τεχνολογίες που αλλάζουν το πεδίο της μάχης διευρύνουν τις αγορές των καθιερωμένων αμυντικών ομίλων.
Ισχυρή παραμένει η ζήτηση για συμβατικά οπλικά συστήματα
Η αμερικανική Lockheed Martin ανακοίνωσε αύξηση 24% στα έσοδα του τομέα πυραυλικών συστημάτων κατά το τρίτο τρίμηνο, ενώ η RTX εξασφάλισε συμβόλαια δισεκατομμυρίων δολαρίων για καθιερωμένα πυραυλικά συστήματα.
Στην Ευρώπη, η γερμανική εταιρεία αμυντικού εξοπλισμού Renk κατέγραψε αύξηση 46% στις παραγγελίες του τομέα στρατιωτικών οχημάτων κατά τους πρώτους εννέα μήνες του έτους.
Τα ίδια οικονομικά αποτελέσματα, ωστόσο, αναδεικνύουν και τη σταδιακή σύγκλιση ανάμεσα στα παραδοσιακά οπλικά συστήματα και τις αναδυόμενες αμυντικές τεχνολογίες.
Η γερμανική εταιρεία αμυντικών ηλεκτρονικών Hensoldt ανακοίνωσε αύξηση 52% στα έσοδα του τομέα οπτρονικών συστημάτων. Σύμφωνα με τον οικονομικό διευθυντή της, μεγάλο μέρος της ανάπτυξης προήλθε από συμβατικό στρατιωτικό εξοπλισμό, όπως άρματα μάχης και τεθωρακισμένα οχήματα.
Παράλληλα, ο τομέας αεράμυνας της Rheinmetall, στον οποίο περιλαμβάνονται και συστήματα αντιμετώπισης drones, κατέγραψε αύξηση εσόδων 63%. Η επίδοση αυτή σημειώθηκε παρά το γεγονός ότι ο όμιλος αναθεώρησε προς τα κάτω τις ετήσιες προβλέψεις του, επικαλούμενος καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων.
Ένα πεδίο μάχης που αλλάζει
Η εξάπλωση των drones μετασχηματίζει τις παραδοσιακές στρατιωτικές πλατφόρμες αντί να τις αντικαθιστά. Άρματα μάχης και άλλα οπλικά συστήματα εντάσσονται ολοένα περισσότερο σε διασυνδεδεμένα δίκτυα επιχειρήσεων, όπου η ανταλλαγή δεδομένων και η τεχνολογική διασύνδεση αποκτούν καθοριστική σημασία, σύμφωνα με την Morningstar.
Τα τελευταία πέντε χρόνια, και ιδιαίτερα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία στις αρχές του 2022, οι μεγαλύτεροι αμυντικοί όμιλοι έχουν δει τα ανεκτέλεστα υπόλοιπα παραγγελιών τους να αυξάνονται σημαντικά, καθώς κυβερνήσεις σε όλο τον κόσμο ενισχύουν τις στρατιωτικές δαπάνες.
Οι αναλυτές εκτιμούν σε μεγάλο βαθμό ότι η νέα εξοπλιστική κούρσα έχει διαρθρωτικά χαρακτηριστικά και δεν πρόκειται να ανακοπεί ακόμη και αν τερματιστούν οι πόλεμοι στην Ουκρανία και το Ιράν.
Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η ανάγκη ενίσχυσης των αμυντικών δυνατοτήτων είναι επιτακτική.
Έπειτα από δεκαετίες υποχρηματοδότησης των ενόπλων δυνάμεων, οι ευρωπαϊκές χώρες καλούνται να καλύψουν σημαντικά κενά, εν μέσω αυξανόμενης αβεβαιότητας για τις αμερικανικές εγγυήσεις ασφαλείας και τις επόμενες κινήσεις της Ρωσίας.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι ο πόλεμος του μέλλοντος δεν καταργεί τα παραδοσιακά όπλα.
Αντίθετα, τα ενσωματώνει σε ένα νέο τεχνολογικό περιβάλλον, δημιουργώντας πρόσθετη ζήτηση τόσο για συμβατικό εξοπλισμό όσο και για τις καινοτομίες που τον καθιστούν αποτελεσματικότερο.
Ωστόσο, οι ανησυχίες ότι οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις των αμυντικών εταιρειών είχαν ξεπεράσει τις πραγματικές δυνατότητες ανάπτυξης του κλάδου άσκησαν πιέσεις στις μετοχές τους φέτος. Σε αυτό συνέβαλαν και αρκετές περιπτώσεις καθυστερήσεων στην υλοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων, αλλά και ακυρώσεων συμβολαίων.
Οι τεχνολογικές εξελίξεις στον σύγχρονο πόλεμο, όπως αποδεικνύει η εκτεταμένη χρήση drones από την Ουκρανία στην πρώτη γραμμή, επιβάρυναν περαιτέρω το επενδυτικό κλίμα.
Οι επενδυτές ανησυχούν ότι οι νέες τεχνολογίες ενδέχεται να περιορίσουν τη ζήτηση για παραδοσιακό στρατιωτικό εξοπλισμό, απειλώντας τα επιχειρηματικά μοντέλα των καθιερωμένων αμυντικών ομίλων.
Πέρα από το πεδίο των συγκρούσεων, το ΝΑΤΟ σχεδιάζει να επενδύσει περισσότερα από 40 δισ. δολάρια σε δυνατότητες αντιμετώπισης drones μέσα στην επόμενη πενταετία. Ο γενικός γραμματέας της Συμμαχίας, Μαρκ Ρούτε, έχει προειδοποιήσει ότι τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη έχουν μεταμορφώσει ριζικά τον σύγχρονο πόλεμο.
Παρά τις ανησυχίες αυτές, ο οικονομικός διευθυντής της Hensoldt, Κρίστιαν Λάντνερ, δήλωσε την Πέμπτη στο CNBC ότι η ζήτηση για παραδοσιακό στρατιωτικό εξοπλισμό εξακολουθεί να αποτελεί βασικό μοχλό ανάπτυξης του ομίλου.
Ο ταχέως αναπτυσσόμενος τομέας οπτρονικών συστημάτων της εταιρείας, ο οποίος προμηθεύει οπτικές τεχνολογίες και αισθητήρες, επωφελείται από τις προσπάθειες των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να αναπληρώσουν τα αποθέματα συμβατικού στρατιωτικού εξοπλισμού, ακόμη και καθώς οι νεότερες τεχνολογίες στο πεδίο της μάχης προσελκύουν όλο και μεγαλύτερη προσοχή, σημείωσε ο Λάντνερ.
Παράλληλα, υπογράμμισε την αυξανόμενη ζήτηση για συστήματα αεράμυνας, καθώς οι ένοπλες δυνάμεις καλούνται να αντιμετωπίσουν ένα ευρύτερο φάσμα απειλών, από μικρά drones έως βαλλιστικούς πυραύλους. Όπως ανέφερε, η αγορά αεράμυνας παραμένει «ανεπαρκώς χρηματοδοτημένη», παρά τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξής της κατά 20%.
Οι περιορισμένες διαθεσιμότητες των αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, που κατασκευάζονται από τη Lockheed Martin, γίνονται ήδη αισθητές, ιδίως στην Ουκρανία.
Αυτό συμβαίνει καθώς οι ΗΠΑ έχουν εξαντλήσει μεγάλο μέρος των αποθεμάτων τους από το προηγμένο σύστημα, το οποίο μπορεί να αναχαιτίζει πυραύλους υψηλής ταχύτητας, κατά τη διάρκεια του πολέμου με το Ιράν.
Οι ανησυχίες από τις ενδιάμεσες εκλογές στις ΗΠΑ
Πιο πρόσφατα, οι μετοχές των αμυντικών εταιρειών δέχθηκαν νέες πιέσεις, εν μέσω ανησυχιών ότι οι εκλογικές επιτυχίες των Δημοκρατικών στις ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ θα μπορούσαν να περιορίσουν τις αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες.
Το αποτέλεσμα έχει περιορίσει τις προσδοκίες για περαιτέρω αύξηση των αμυντικών κονδυλίων. Ο έλεγχος του Κογκρέσου από τους Δημοκρατικούς καθιστά λιγότερο πιθανή την έγκριση της προτεινόμενης αύξησης του αμυντικού προϋπολογισμού στα 1,5 τρισ. δολάρια, ενώ ενδέχεται να επιβραδύνει την αύξηση των στρατιωτικών δαπανών έως το 2029.
Ωστόσο, όπως δήλωσε ο αναλυτής της TD Cowen, Ρόμαν Σβάιτσερ, στην εκπομπή «Morning Call» του CNBC την Πέμπτη, το εκλογικό αποτέλεσμα δεν έχει μεταβάλει ουσιαστικά τους γεωπολιτικούς υπολογισμούς.
«Πρόκειται για μια εξέλιξη με ορίζοντα πολλών ετών. Θεωρώ ότι έχουμε ήδη δει αυτές τις αλλαγές τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη», δήλωσε ο αναλυτής, αναφερόμενος στις εσωτερικές δημοσιονομικές δυσκολίες και στα ερωτήματα που εγείρονται σχετικά με τους αυξημένους στόχους αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ.
Από την πλευρά της, η αναλύτρια της Morningstar, Λορεδάνα Μουχαρέμι, δήλωσε την Τετάρτη στο CNBC ότι η υποχώρηση των ευρωπαϊκών αμυντικών μετοχών οφειλόταν κυρίως στο αρνητικό επενδυτικό κλίμα.
«Ορισμένοι επενδυτές ενδέχεται πλέον να θεωρούν πιθανότερη την ενίσχυση της αμερικανικής στήριξης προς την Ευρώπη, γεγονός που θα περιόριζε την πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αυξήσουν τις δαπάνες τους. Ωστόσο, ακόμη και με ισχυρότερη αμερικανική υποστήριξη, εκτιμούμε ότι η Ευρώπη θα επιμείνει στα εξοπλιστικά της σχέδια», σημείωσε.
Όπως πρόσθεσε, απαιτούνται πολυετείς επενδύσεις για να καλυφθούν τα κενά στις ευρωπαϊκές στρατιωτικές δυνατότητες και να αναπτυχθεί η απαραίτητη βιομηχανική παραγωγική βάση, ώστε η ήπειρος να μπορεί να αποτρέψει αποτελεσματικά τη Ρωσία.



































