Εκατομμύρια μη επανδρωμένα αεροσκάφη σχεδιάζουν να προμηθευτούν τα επόμενα χρόνια οι ΗΠΑ, προσαρμόζοντας τις ένοπλες δυνάμεις τους στις απαιτήσεις του σύγχρονου πολέμου. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν ένα κρίσιμο πρόβλημα: δεν διαθέτουν επαρκείς ποσότητες εκρηκτικών υλών για να εξοπλίσουν τα νέα συστήματα.
Η χρόνια έλλειψη απειλεί να δυσκολέψει τόσο την αναπλήρωση των στρατιωτικών αποθεμάτων όσο και το σχέδιο του Πενταγώνου για την ευρεία αξιοποίηση drones κρούσης. Η εγχώρια παραγωγική βάση έχει συρρικνωθεί σημαντικά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αφήνοντας πίσω έναν μικρό αριθμό παλαιών και επιβαρυμένων εγκαταστάσεων. Παράλληλα, η εξασφάλιση προμηθειών από το εξωτερικό γίνεται ολοένα δυσκολότερη, σημειώνει η Wall Street Journal.
Οι ανάγκες έχουν αυξηθεί καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία απορροφά μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών αποθεμάτων, ενώ η σύγκρουση με το Ιράν επιβαρύνει περαιτέρω τα περιορισμένα διαθέσιμα αποθέματα των ΗΠΑ. Η κατάσταση περιπλέκει τις προσπάθειες της Ουάσιγκτον να προετοιμαστεί για ενδεχόμενη σύγκρουση με την Κίνα και να μειώσει την εξάρτησή της από ξένους προμηθευτές.
Οι εκρηκτικές ύλες ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία των ενεργειακών υλικών, στα οποία περιλαμβάνονται επίσης προωθητικά και εμπρηστικά υλικά. Πρόκειται για χημικές ενώσεις απαραίτητες ώστε τα όπλα να αποκτούν την απαιτούμενη ισχύ και εμβέλεια. Χρησιμοποιούνται, επίσης, στην εξόρυξη, στις γεωτρήσεις και στις κατασκευές.

Το στοίχημα των φθηνών drones
Κεντρικό στοιχείο της νέας στρατηγικής είναι το πρόγραμμα Drone Dominance, ύψους 1,1 δισ. δολαρίων, μέσω του οποίου το Πεντάγωνο επιδιώκει να συγκροτήσει μεγάλο απόθεμα χαμηλού κόστους drones έως το τέλος του 2027. Από τα 60.000 επιθετικά drones που έχει δεσμευτεί πρόσφατα να αγοράσει, σχεδόν όλα προορίζονται να μεταφέρουν εκρηκτικά.
Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά, ακριβά οπλικά συστήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται σχετικά περιορισμένα, τα drones κρούσης αξιοποιούνται συχνά μαζικά, με στόχο να υπερφορτώνουν την αντίπαλη άμυνα. Αυτό δημιουργεί ανάγκες παραγωγής σε κλίμακα για την οποία η αμερικανική βιομηχανία δεν είχε σχεδιαστεί.
«Υπάρχει ένας εντελώς νέος τρόπος διεξαγωγής του πολέμου, για τον οποίο δεν είχε προβλεφθεί αντίστοιχη παραγωγική δυναμικότητα», δήλωσε στην Journal ο Μπράιαν Ντέιβις, συνιδρυτής της Kraken Kinetics.

Παλαιές εγκαταστάσεις και νέες επενδύσεις στις ΗΠΑ
Η παραγωγή ισχυρών εκρηκτικών, όπως τα HMX και RDX, έχει συγκεντρωθεί σε μεγάλο βαθμό στο εργοστάσιο Holston Army Ammunition Plant. Σύμφωνα με έρευνα που επικαλείται το δημοσίευμα, η μονάδα, ηλικίας 84 ετών, παράγει σήμερα περίπου το 3% των ποσοτήτων που παρήγαγε στο αποκορύφωμα της λειτουργίας της, το 1944. Προβλήματα ασφάλειας, εκρήξεις και παραβάσεις περιβαλλοντικών κανόνων έχουν επιβαρύνει τη λειτουργία της, ενώ οι χρόνοι αναμονής για προϊόντα φτάνουν το ένα έως δύο έτη.
Ο αμερικανικός στρατός ανακοίνωσε τον Μάρτιο επένδυση 903 εκατ. δολαρίων για ερευνητική εγκατάσταση στο Κεντάκι, με στόχο την ενίσχυση της παραγωγής HMX και RDX πριν από το 2031. Παράλληλα, το Πεντάγωνο δημιουργεί νέες δομές για την αύξηση της παραγωγής ενεργειακών υλικών και κρίσιμων οπλικών συστημάτων.
Το κενό επιχειρούν να καλύψουν νεοφυείς εταιρείες. Η Odin Energetics, κοινοπραξία της χημικής εταιρείας Solugen και της Kraken Kinetics, ανακοίνωσε επένδυση 115 εκατ. δολαρίων. Η εταιρεία δοκιμάζει εκρηκτικό υλικό που, σύμφωνα με τους επικεφαλής της, είναι κατά 30% ισχυρότερο από εκείνο που χρησιμοποιείται σήμερα σε αμερικανικά drones.
Η Odin σχεδιάζει αρθρωτές μονάδες παραγωγής που μπορούν να εγκαθίστανται κοντά στις ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων, περιορίζοντας τη μεταφορά και αποθήκευση μεγάλων ποσοτήτων εύφλεκτων υλικών. Εκτιμά ότι μπορεί να ξεκινήσει την προμήθεια μικρών ποσοτήτων στον στρατό το επόμενο έτος.
Ωστόσο, η κλίμακα παραμένει περιορισμένη: η εταιρεία δηλώνει ότι μπορεί σήμερα να παράγει ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο ένα δέκατο της ετήσιας παραγωγής HMX και RDX του εργοστασίου Holston. Παρά την επένδυση ενός δισ. δολαρίων για τον εκσυγχρονισμό του Holston, το χρονοδιάγραμμα έχει μετατεθεί από το 2025 στο 2029 ή αργότερα.
Η έλλειψη εκρηκτικών αναδεικνύει έτσι ένα ευρύτερο πρόβλημα για την αμερικανική αμυντική βιομηχανία: η μαζική παραγωγή νέων όπλων δεν εξαρτάται μόνο από την τεχνολογία τους, αλλά και από την ικανότητα εξασφάλισης των βασικών υλικών που απαιτούνται για τη λειτουργία τους.


































