Η τετραετία 2017-2021 άφησε ένα σύνθετο οικονομικό αποτύπωμα. Η πανδημία άλλαξε δραματικά την εικόνα της τελευταίας χρονιάς, ενώ οι εμπορικοί δασμοί και η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» αναδιαμόρφωσαν τις σχέσεις των ΗΠΑ με τους εμπορικούς εταίρους τους.
Στις 8 Νοεμβρίου 2016 ο Ντόναλντ Τραμπ νίκησε την Χίλαρι Κλίντον για να γίνει ο 45ος Πρόεδρος των ΗΠΑ. Καθώς η πρόσφατη σαρωτική νίκη των Δημοκρατικών έβαλε στο μικροσκόπιο τις πολιτικές Τραμπ που οδήγησαν σε ήττα το κόμμα του, είναι ενδιαφέρον να εξεταστούν τα οικονομικά στοιχεία εκείνης της πρώτης θητείας Τραμπ.
Η πρώτη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, από τις 20 Ιανουαρίου 2017 έως τις 20 Ιανουαρίου 2021, ξεκίνησε σε μια οικονομία που ήδη αναπτυσσόταν και βρισκόταν σε μακρά περίοδο δημιουργίας θέσεων εργασίας.
Ο νέος πρόεδρος υποσχόταν ταχύτερη ανάπτυξη, αναζωογόνηση της βιομηχανίας, αύξηση των εισοδημάτων και επαναδιαπραγμάτευση των εμπορικών συμφωνιών. Η εικόνα που διαμορφώθηκε ήταν μικτή: πριν από την πανδημία η ανεργία υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και οι χρηματιστηριακοί δείκτες ενισχύθηκαν, αλλά η ανάπτυξη δεν έφθασε τους στόχους που είχε θέσει ο ίδιος, ενώ το 2020 η οικονομία υπέστη ένα από τα ισχυρότερα σοκ της μεταπολεμικής περιόδου.

Η ανάπτυξη και η αγορά εργασίας πριν από την πανδημία

Τα πρώτα τρία χρόνια της προεδρίας Τραμπ χαρακτηρίστηκαν από συνεχιζόμενη οικονομική επέκταση. Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,3% το 2017, 2,9% το 2018 και 2,3% το 2019, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία του αμερικανικού Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης. Η επίδοση του 2018 ήταν η ισχυρότερη της τριετίας, χωρίς ωστόσο να προσεγγίσει τις ετήσιες αυξήσεις 4%-6% που είχε επανειλημμένα υποσχεθεί ο Τραμπ. Η ανάπτυξη, επομένως, παρέμεινε θετική, αλλά δεν σημειώθηκε η μεγάλη επιτάχυνση που είχε παρουσιαστεί ως βασικός στόχος της οικονομικής του πολιτικής.
Στην αγορά εργασίας, η ανεργία συνέχισε την πτωτική πορεία που είχε ξεκινήσει πριν από την εκλογή του. Έφθασε στο 3,5% τον Φεβρουάριο του 2020, το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων περίπου 50 ετών. Η απασχόληση αυξανόταν, ενώ για 23 συνεχόμενους μήνες, από τον Μάρτιο του 2018, οι διαθέσιμες θέσεις εργασίας ήταν περισσότερες από τους ανέργους που αναζητούσαν εργασία. Η βελτίωση αφορούσε και ομάδες εργαζομένων που παραδοσιακά αντιμετωπίζουν υψηλότερη ανεργία, αν και οι ανισότητες στην αγορά εργασίας δεν εξαφανίστηκαν.
Η τάση αυτή ανατράπηκε απότομα με την πανδημία. Μεταξύ Φεβρουαρίου και Απριλίου 2020 χάθηκαν περισσότερες από 22 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, καθώς επιχειρήσεις έκλεισαν ή περιόρισαν τη δραστηριότητά τους. Η ανεργία εκτοξεύθηκε στο 14,7% τον Απρίλιο, το υψηλότερο ποσοστό από τότε που άρχισε η σχετική καταγραφή το 1948. Ακολούθησε μερική ανάκαμψη, αλλά τον Σεπτέμβριο του 2020 η συνολική απασχόληση παρέμενε 3,9 εκατομμύρια θέσεις χαμηλότερα από το επίπεδο του Ιανουαρίου 2017.

Η μεγάλη φορολογική μεταρρύθμιση
Κεντρικό οικονομικό μέτρο της κυβέρνησης ήταν ο νόμος Tax Cuts and Jobs Act, που υπογράφηκε τον Δεκέμβριο του 2017. Η σημαντικότερη αλλαγή για τις επιχειρήσεις ήταν η μείωση του ομοσπονδιακού συντελεστή φορολογίας εταιρικών κερδών από 35% σε 21%. Παράλληλα, μειώθηκαν οι φορολογικοί συντελεστές για τα φυσικά πρόσωπα, αυξήθηκε η πάγια έκπτωση από το φορολογητέο εισόδημα και θεσπίστηκαν επενδυτικά κίνητρα.
Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι οι μειώσεις φόρων θα ενίσχυαν τις επενδύσεις, θα ενθάρρυναν τον επαναπατρισμό κεφαλαίων στις ΗΠΑ και θα οδηγούσαν σε υψηλότερους μισθούς. Πράγματι, η μεταρρύθμιση περιόρισε τη φορολογική επιβάρυνση πολλών επιχειρήσεων και παρείχε κίνητρα για επενδύσεις. Ωστόσο, η συνολική επίδρασή της στην οικονομία αποδείχθηκε πιο περιορισμένη από ό,τι προέβλεπαν οι αρχικές κυβερνητικές εκτιμήσεις. Μελέτη που δημοσιεύθηκε το 2024 στο Journal of Economic Perspectives εκτιμά ότι οι διατάξεις του νόμου που αφορούσαν τις επιχειρήσεις αύξησαν τις συνολικές εταιρικές επενδύσεις σε υλικά πάγια κατά περίπου 11%. Ωστόσο, η εκτιμώμενη μακροπρόθεσμη ενίσχυση του ΑΕΠ ήταν μικρότερη από 1%, ενώ η αύξηση του εισοδήματος από εργασία ήταν μικρότερη από 1.000 δολάρια ανά εργαζόμενο.
Το βασικό δημοσιονομικό ερώτημα ήταν κατά πόσον η ανάπτυξη που θα προκαλούσαν οι φορολογικές περικοπές θα αντιστάθμιζε την απώλεια φορολογικών εσόδων. Τα στοιχεία δεν επιβεβαίωσαν την εκτίμηση ότι οι μειώσεις φόρων θα αυτοχρηματοδοτούνταν. Ήδη πριν από την πανδημία, το ομοσπονδιακό έλλειμμα είχε αυξηθεί από 665 δισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2017 σε 984 δισ. δολάρια το 2019. Η αύξηση αυτή αντανακλούσε τόσο την απώλεια εσόδων λόγω της φορολογικής μεταρρύθμισης όσο και την αύξηση των δημόσιων δαπανών.

Το χρηματιστήριο και οι επιχειρήσεις
Η Wall Street αποτέλεσε έναν από τους μεγάλους ωφελημένους της περιόδου, τουλάχιστον ως προς τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις. Ο δείκτης S&P 500 έκλεισε στις 2.271,31 μονάδες την ημέρα της ορκωμοσίας του Τραμπ, στις 20 Ιανουαρίου 2017, και στις 3.851,85 μονάδες στις 20 Ιανουαρίου 2021. Πρόκειται για άνοδο περίπου 69,7%. Στην πορεία αυτή συνέβαλαν η ισχυρή εταιρική κερδοφορία, οι χαμηλοί φόροι, η νομισματική πολιτική της Federal Reserve και οι προσδοκίες για την ανάπτυξη. Η πανδημία προκάλεσε απότομη πτώση στις αρχές του 2020, αλλά οι αγορές ανέκαμψαν γρήγορα, με τη στήριξη της χαλαρής νομισματικής πολιτικής και των μεγάλων πακέτων οικονομικής ενίσχυσης.
Η άνοδος των μετοχών, ωστόσο, δεν μεταφράστηκε σε αντίστοιχα οφέλη για όλα τα νοικοκυριά. Οι επενδυτές που διέθεταν ήδη χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία επωφελήθηκαν περισσότερο από την αύξηση των αποτιμήσεων, ενώ τα οφέλη της χρηματιστηριακής ανόδου κατανεμήθηκαν άνισα. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις είδαν τη φορολογική τους επιβάρυνση να μειώνεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε εταιρεία αύξησε τις παραγωγικές επενδύσεις ή τους μισθούς στον βαθμό που προέβλεπε το επιτελείο Τραμπ.

Ο εμπορικός πόλεμος και το έλλειμμα
Η πολιτική «Πρώτα η Αμερική» αποτυπώθηκε κυρίως στην επιβολή δασμών σε εισαγόμενα προϊόντα, με επίκεντρο την Κίνα. Η Ουάσιγκτον επιδίωξε να περιορίσει την εξάρτηση από την κινεζική παραγωγή, να πιέσει το Πεκίνο για αλλαγές στις εμπορικές πρακτικές του και να ενισχύσει την εγχώρια βιομηχανία. Οι δασμοί κάλυψαν ευρύ φάσμα προϊόντων, ενώ τα εμπορικά αντίποινα που ακολούθησαν επηρέασαν τις αμερικανικές εξαγωγές.
Οι συνέπειες ήταν σύνθετες. Σύμφωνα με την Επιτροπή Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ, οι δασμοί αύξησαν τις τιμές που πλήρωναν οι Αμερικανοί εισαγωγείς για τα κινεζικά προϊόντα, ενώ οι τιμές που εισέπρατταν οι Κινέζοι εξαγωγείς παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό αμετάβλητες. Σε ορισμένους κλάδους ενισχύθηκε η εγχώρια παραγωγή, αλλά αυξήθηκε και το κόστος για τις επιχειρήσεις που χρησιμοποιούσαν εισαγόμενες πρώτες ύλες ή εξαρτήματα.
Παρά τη δέσμευση του Τραμπ να μειώσει το εμπορικό έλλειμμα, αυτό δεν περιορίστηκε. Το εμπορικό έλλειμμα αγαθών και υπηρεσιών των ΗΠΑ ανήλθε σε 681,7 δισ. δολάρια το 2020, από 576,9 δισ. δολάρια το 2019. Η πανδημία επηρέασε καθοριστικά τις εμπορικές ροές, καθώς οι εξαγωγές μειώθηκαν περισσότερο από τις εισαγωγές.

Η πανδημία και ο δημοσιονομικός λογαριασμός
Το 2020 αποτέλεσε την πιο δραματική χρονιά της θητείας. Η οικονομία συρρικνώθηκε, η κατανάλωση και οι επενδύσεις υποχώρησαν και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να διαθέσει τεράστια ποσά για τη στήριξη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Τα μέτρα περιλάμβαναν άμεσες χρηματικές ενισχύσεις, επέκταση των επιδομάτων ανεργίας και δάνεια προς μικρές επιχειρήσεις, αρκετά από τα οποία μπορούσαν να μετατραπούν σε επιχορηγήσεις.
Το ομοσπονδιακό έλλειμμα εκτινάχθηκε στα 3,1 τρισ. δολάρια το οικονομικό έτος 2020, ποσό υπερτριπλάσιο εκείνου του 2019 και ίσο με το 14,9% του ΑΕΠ. Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου απέδωσε μεγάλο μέρος της αύξησης στις οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας και στα νομοθετικά μέτρα αντιμετώπισής της. Το δημόσιο χρέος που βρισκόταν στην κατοχή επενδυτών εκτός της ομοσπονδιακής κυβέρνησης έφθασε στο 100,1% του ΑΕΠ στο τέλος του οικονομικού έτους.
Η τελική οικονομική εικόνα της πρώτης θητείας Τραμπ δεν μπορεί να αποτιμηθεί απλουστευτικά ως επιτυχία ή αποτυχία. Η φορολογική μεταρρύθμιση, η άνοδος των αγορών και η χαμηλή ανεργία πριν από την πανδημία της COVID-19 συνυπήρξαν με την αύξηση των ελλειμμάτων, την περιορισμένη επίδραση των φορολογικών περικοπών στην ανάπτυξη και τις επιβαρύνσεις από τους δασμούς. Η πανδημία ανέτρεψε την πορεία της οικονομίας και επηρέασε καθοριστικά τα τελικά οικονομικά μεγέθη της τετραετίας. Το αποτύπωμα της περιόδου ήταν έτσι αποτέλεσμα τόσο των πολιτικών επιλογών της κυβέρνησης όσο και μιας πρωτοφανούς εξωτερικής κρίσης.

































![120 δόσεις: Ποιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση – Οι προϋποθέσεις [Μέρος 2ο]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/05/ot_taxes44.png)





