Για χρόνια, τα μεγάλα πολυκαταστήματα της Αμερικής έμοιαζαν με είδος προς εξαφάνιση. Κάθε λίγους μήνες, ένα ακόμα ιστορικό όνομα περνούσε στην ιστορία, αφήνοντας πίσω άδεια κτίρια και αναμνήσεις από εποχές αφθονίας. Η πρόσφατη αίτηση πτώχευσης της Saks Global ήρθε να επιβεβαιώσει αυτή τη σκοτεινή αφήγηση. Κι όμως, μέσα σε αυτό το σκηνικό παρακμής, η Macy’s δείχνει να κολυμπά –αν όχι κόντρα στο ρεύμα– τουλάχιστον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση από τους ανταγωνιστές της.
H Macy’s και η «μαύρη λίστα» των πολυκαταστημάτων
Το τοπίο στο luxury retail θυμίζει πεδίο μάχης μετά τη σύγκρουση. Barneys, Lord & Taylor, Neiman Marcus – ο κατάλογος των θυμάτων μεγαλώνει διαρκώς. Όπως αναφέρει το CNN, η Saks ήταν το πιο πρόσφατο, αλλά όχι το μοναδικό, παράδειγμα ενός μοντέλου που δοκιμάστηκε σκληρά από την πανδημία, τον πληθωρισμό και τη μετατόπιση των καταναλωτών στο online shopping.

Για πολλούς αναλυτές, το ερώτημα δεν ήταν αν θα ακολουθήσει και η Macy’s, αλλά πότε.
Παρά τις προβλέψεις καταστροφής, η Macy’s –μαζί με τη θυγατρική της Bloomingdale’s– επέλεξε έναν λιγότερο θεαματικό, αλλά πιο γειωμένο δρόμο. Αντί για ριψοκίνδυνες εξαγορές ή χρηματοοικονομικά «κόλπα», η εταιρεία επένδυσε στα βασικά: λειτουργικά καταστήματα, καθαρούς χώρους, επαρκές προσωπικό και καλύτερη εμπειρία πελάτη. Μπορεί να ακούγεται απλό, όμως σε έναν κλάδο που συχνά κυνηγά την εικόνα και το hype, αυτή η επιστροφή στα θεμέλια αποδείχθηκε στρατηγική επιλογή.
Το κενό που αφήνει η Saks
Η πτώχευση της Saks δημιουργεί ένα απτό επιχειρηματικό κενό. Καθώς η εταιρεία παλεύει με προβλήματα ρευστότητας και ελλείψεις σε προϊόντα, η Bloomingdale’s έχει ήδη αρχίσει να απορροφά μέρος της πελατείας της.

Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, αν καταστήματα της Saks ή της Neiman Marcus περιορίσουν τη δραστηριότητά τους, η Bloomingdale’s βρίσκεται σε ιδανική θέση για να καλύψει τη ζήτηση – ιδίως στο κομμάτι της προσιτής πολυτέλειας.
Η μάχη με τα funds και η στροφή στρατηγικής
Μετά την πανδημία, η Macy’s βρέθηκε στο στόχαστρο επενδυτικών κεφαλαίων που έβλεπαν περισσότερο την αξία των ακινήτων της παρά το μέλλον της ως retailer. Η διοίκηση απέρριψε δύο προτάσεις εξαγοράς, επιλέγοντας να μην ακολουθήσει το μονοπάτι εταιρειών που «διαλύθηκαν» μετά την είσοδο private equity. Αντίθετα, διόρισε τον Tony Spring, στέλεχος με βαθιά γνώση της Bloomingdale’s, δίνοντάς του εντολή για ριζικές, αλλά πρακτικές αλλαγές.
Κλείσιμο καταστημάτων, άνοιγμα προοπτικών
Τα τελευταία δύο χρόνια, η Macy’s έκλεισε πάνω από 100 καταστήματα με χαμηλές επιδόσεις και σχεδιάζει επιπλέον λουκέτα. Η συρρίκνωση αυτή δεν ήταν ένδειξη αδυναμίας, αλλά αναδιάρθρωσης. Τα πρώτα σημάδια φαίνονται ήδη: μικρή αλλά ουσιαστική αύξηση πωλήσεων, καλύτερες επιδόσεις από τις προβλέψεις της Wall Street και ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Οι προκλήσεις παραμένουν
Φυσικά, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Το ηλεκτρονικό εμπόριο συνεχίζει να πιέζει τα φυσικά καταστήματα, ενώ οι καταναλωτές αμφισβητούν όλο και περισσότερο την αξία της πολυτέλειας με υψηλές τιμές και αμφίβολη ποιότητα. Παράλληλα, η άνθηση της second-hand αγοράς και η απευθείας πώληση μέσω social media αλλάζουν τους κανόνες του παιχνιδιού.
Ένα μήνυμα για όλο τον κλάδο
Για πολλούς ειδικούς, η περίπτωση της Macy’s δείχνει ότι το μέλλον των πολυκαταστημάτων δεν βρίσκεται στις φανταχτερές κινήσεις, αλλά στη συνέπεια και τη φροντίδα του πελάτη.
Η πτώχευση της Saks λειτουργεί ως προειδοποίηση – αλλά και ως ευκαιρία.
Και αν κάτι φαίνεται να κερδίζει η Macy’s αυτή τη στιγμή, είναι ο χρόνος και η εμπιστοσύνη για να αποδείξει ότι το παραδοσιακό λιανεμπόριο δεν έχει πει ακόμα την τελευταία του λέξη.

































