Οι κυρώσεις των ΗΠΑ που έχουν στόχο το ρωσικό πετρέλαιο ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως μετά την εισβολή στην Ουκρανία, επί προεδρίας Τζο Μπάιντεν. Η Gazprom ως κορυφαίος ρωσικός όμιλος στον κλάδο της ενέργειας βρισκόταν ευλόγως στο στόχαστρο. Μαζί μ’ αυτή όμως την πλήρωναν και ξένες εταιρείες που συνεργάζονταν μαζί της.
«Προϊόντος του χρόνου κάτω από τις αμερικανικές κυρώσεις ήδη από το τέλος της κυβέρνησης Μπάιντεν η κατάσταση είχε καταστεί αφόρητη για τη σερβική εταιρεία NIS, η οποία ανήκε κατά πλειοψηφία στη ρωσική Gazprom», μεταδίδει από ο ανταποκριτής της «Le Figaro» στη Βουδαπέστη Αλμπέρ Κορνέλ.
«Οι πελάτες της NIS δεν μπορούσαν να πληρώσουν με Visa και MasterCard στο δίκτυο των 400 πρατηρίων καυσίμων που λειτουργεί η εταιρεία στη Σερβία και, σε μικρότερο βαθμό, στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, στο Μαυροβούνιο και στη Ρουμανία. Και ήταν αδύνατο να προμηθευτεί κανείς ούτε μια σταγόνα αργού πετρελαίου για το διυλιστήριο του Πάντσεβο, το μοναδικό της Σερβίας, για 100 ημέρες, γεγονός που προκάλεσε φόβους για ελλείψεις στις αρχές του έτους σε αυτή τη βαλκανική χώρα των επτά εκατομμυρίων κατοίκων», γράφει ο Κορνέλ.
Τη λύση ανακοίνωσε τη Δευτέρα 12 Ιανουαρίου η υπουργός Ενέργειας της Σερβίας Ντουμπράβκα Τζέντοβιτς Χαντάνοβιτς. Η σέρβα υπουργός δήλωσε ευθέως ότι «η αυξανόμενη πίεση από τις Ηνωμένες Πολιτείες ανάγκασε τελικά τους Ρώσους να συμφωνήσουν να παραιτηθούν από το πλειοψηφικό τους μερίδιο στο διυλιστήριο του Πάντσοβο». Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, η ουγγρική εταιρεία πετρελαίου και φυσικού αερίου MOL κατάφερε να αποκτήσει το 56,15% των μετοχών της Gazprom στην NIS.
Στη νέα κοινοπραξία θα μετέχουν με μειοψηφικά μερίδια το σερβικό κράτος και η πετρελαϊκή εταιρεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, Adnoc.
Κολλητός και του Πούτιν και του Τραμπ
«Το ουγγρικό κράτος δεν κατέχει το ίδιο μετοχές στην MOL, αλλά μέσω ιδρυμάτων που ελέγχει και ως εκ τούτου διαθέτει στρατηγικό δικαίωμα βέτο», μεταδίδει από την ουγγρική πρωτεύουσα ο Γάλλος ανταποκριτής. «Σαφώς, η εταιρεία κατάφερε να αξιοποιήσει τις άριστες σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης του Βίκτορ Όρμπαν και των τριών εμπλεκομένων μερών, της Σερβίας, της Ρωσίας και των ΗΠΑ», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Είναι εξάλλου γνωστές οι εξαιρετικές προσωπικές σχέσεις που διατηρεί ο Ούγγρος πρωθυπουργός με τους προέδρους και των τριών αυτών χωρών: τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς της Σερβίας, τον Βλαντιμίρ Πούτιν της Ρωσίας και τον Ντόναλντ Τραμπ των ΗΠΑ.
«Πρόκειται για μια σημαντική νίκη για την ουγγρική κυβέρνηση, καθώς η MOL είναι πλέον μία από τις μεγαλύτερες ενεργειακές εταιρείες στην Κεντρική Ευρώπη», σχολιάζει πηγή του ουγγρικού Υπουργείου Εξωτερικών. «Ο Βίκτορ Όρμπαν έπαιξε τα χαρτιά του πολύ καλά. Αυτή η εξαγορά επικυρώνει τη στρατηγική του να γεφυρώσει το χάσμα που χωρίζει τη Ρωσία και την Ευρώπη μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία και να επεκτείνει την οικονομική επιρροή της Ουγγαρίας στην περιοχή και δη στα Βαλκάνια», εκτιμά ο γάλλος σύμβουλος ενέργειας Ζερόμ Φαγκελσόν.
Κυρίαρχος στην περιφέρεια
Η εξαγορά των δραστηριοτήτων της Gazprom στη Σερβία πράγματι τοποθετεί τον ουγγρικό ενεργειακό γίγαντα σε δεσπόζουσα θέση στην αγορά ενέργειας της Κεντρικής και Νοτιοανατολικής Ευρώπης, εκτιμά ο ανταποκριτής της «Le Figaro». Η MOL ελέγχει ήδη την Slovnaft στη Σλοβακία και την INA στην Κροατία και μαζί με την NIS θα ελέγχει τρία από τα τέσσερα μεγάλα διυλιστήρια στην ευρύτερη περιοχή – το Schwechat, που βρίσκεται κοντά στη Βιέννη, θα παραμείνει ιδιοκτησία της αυστριακής εταιρείας OMW.
Σύμφωνα με τον ούγγρο υπουργό Εξωτερικών Πέτερ Σιτζάρτο, η συντονισμένη διαχείριση των πετρελαϊκών συστημάτων τριών ηπειρωτικών χωρών, της Σλοβακίας, της Ουγγαρίας και της Σερβίας, και η ολοκληρωμένη λειτουργία των διυλιστηρίων στην Μπρατισλάβα, τη Σατζαλομπάτα (επίσης στην Ουγγαρία) και το Πάντσεβο (στη Σερβία) «θα επιτρέψουν στην περιοχή της Κεντρικής Ευρώπης να επωφεληθεί από μια άνευ προηγουμένου ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού και τιμών».
Πικρή υπερηφάνεια
«Η εθνική μας υπερηφάνεια είναι αναμεμειγμένη με μια ορισμένη πικρία», παρατηρεί η αντιπολιτευόμενη ουγγρική εφημερίδα Nepszava. «Αυτή η ευκαιρία δεν θα υπήρχε χωρίς τα τέσσερα χρόνια σφαγών που διέπραξαν οι Ρώσοι στην Ουκρανία και αν ο Βίκτορ Όρμπαν δεν είχε αγωνιστεί τόσο σκληρά για να διασφαλίσει ότι η MOL θα μπορούσε να συνεχίσει να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο, εμφανιζόμενος εντελώς αναίσθητος απέναντι στον πατριωτικό ηρωισμό των Ουκρανών», σχολιάζει η εφημερίδα.
Πράγματι, ο πόλεμος στην Ουκρανία ήταν ένα δώρο για τον ουγγρικό γίγαντα, ο οποίος ευημερεί τα τελευταία χρόνια διυλίζοντας το εισαγόμενο ρωσικό πετρέλαιο Urals σε σημαντικά χαμηλότερο κόστος από αυτό που χρεώνεται στη Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα το 2022 και το 2023, συμφωνεί η «Le Figaro».
«Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Τραμπ εξαίρεσε την MOL από τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν σε άλλες πετρελαϊκές εταιρείες, προσφέροντας έτσι στην κυβέρνηση Όρμπαν την ευκαιρία να αποκομίσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια φιορίνια σε πρόσθετα έσοδα, χάρη στη διαφορά τιμής μεταξύ Brent και Urals», σημειώνει ο ειδικός σε θέματα ενέργειας Λάζλο Μίκλος, πρώην επικεφαλής θεσμικών σχέσεων του ομίλου MOL.
Το πετρέλαιο τύπου Brent αντλείται στη Βόρεια Θάλασσα, ενώ το Urals είναι αργό που αντλείται στην περιοχή του ποταμού Βόλγα και των Ουραλίων ορέων, το οποίο επειδή έχει υψηλότερη περιεκτικότερη σε θείο πωλείται και εξάγεται αναμεμειγμένο με ελαφρύ πετρέλαιο από τη Δυτική Σιβηρία. Η τιμή του Urals κυμαίνεται τον Ιανουάριο στα 54-55 δολάρια το βαρέλι, περίπου 10 δολάρια (πάνω από 15%) χαμηλότερα από την τιμή του Brent.
Χαμογελούν οι Ρώσοι
«Αποχωρώντας από τη Σερβία η Gazprom χάνει ένα σοβαρό πελάτη στα Βαλκάνια, αλλά η Ρωσία δεν χάνει και πολλά, διότι «αυτό που έχει σημασία για τη Ρωσία είναι η NIS να συνεχίσει να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο», τονίζει ο Λάζλο Μίκλος. «Η MOL είναι ο κύριος εγγυητής των ροων ρωσικού πετρελαίου προς την Ευρώπη, δεδομένου ότι η ουγγρική κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να αγοράζει ρωσικό πετρέλαιο», εξήγησε στον ανταποκριτή της «Le Figaro» ο Ούγγρος ειδικός περί τα πετρελαϊκά.
Χάρη εξάλλου στην εμπορία ρωσικού πετρελαίου η Βουδαπέστη και το Βελιγράδι έχουν ήδη ανακοινώσει επενδύσεις για την επέκταση του αγωγού Druzhba («Φιλίας»), ο οποίος μεταφέρει πετρέλαιο από τα Ουράλια μέσω Ουγγαρίας στο διυλιστήριο της σερβικής NIS στο Πάντσεβο, κοντά στο Βελιγράδι.
Νέο τεστ ειλικρίνειας
«Ωστόσο, η ιστορία μπορεί να μην έχει τελειώσει οριστικά», παρατηρεί ο Γάλλος ανταποκριτής στη Βουδαπέστη. «Οι σερβικές αρχές και επίσης το Υπουργείο Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειων πρέπει επίσης να εγκρίνουν τη συμφωνία πώλησης ρωσικού πετρελαίου μέσω της ουγγρικής MOL στη Σερβία. Μια συμφωνία η οποία πρέπει να οριστικοποιηθεί έως τις 31 Μαρτίου», παρατηρεί ο Αλμπέρ Κορνέλ.
Επιπλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επίσης λόγο στο ζήτημα, διότι εγείρονται ζητήματα αθέμιτου ανταγωνισμού στα οποία εμπλέκεται ένα κράτος-μέλος της Ένωσης. «Εάν τα τέσσερα διυλιστήρια, από τα Καρπάθια μέχρι την Αδριατική, τα οποία μεσολαβούν για τη μεταφορά πετρελαίου από τη Ρωσία στη Σερβία, ανήκαν σε μία μόνο οντότητα, αυτό θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για τις τιμές», προειδοποιεί ο Λάζλο Μίκλος.
Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, καθώς στο παιχνίδι μεταφοράς του ρωσικού πετρελαίου προς τα Βαλκάνια μπαίνει και η Σλοβακία με την Slovnaft. Όμως παρότι η Σλοβακία συγκαταλέγεται μαζί με την Ουγγαρία στις χώρες της ΕΕ που δεν διακρίνεται για τα αντιρωσικά της αισθήματα, παρότι η Slovnaft ελέγχεται από την ουγγρική MOL όπως προαναφέραμε, η κυβέρνηση Φίτσο θα προσπαθήσει να αποκομίσει το «κατιτίς» της από την όλη μπίζνα.
«Αυτός ο αναδυόμενος γεωπολιτικός άξονας που εκτείνεται από την Μπρατισλάβα μέχρι το Βελιγράδι μέσω Βουδαπέστης, ένας άξονας με έντονη την οσμή ρωσικού πετρελαίου, θα μπορούσε κάλλιστα να προκαλέσει δυσπιστία σε μια Ευρωπαϊκή Ένωση που επιδιώκει να απογαλακτιστεί από τη ρωσική ενέργεια», γράφει ο ανταποκριτής του «Figaro».
Θα στοιχημάτιζε κανείς ότι η ΕΕ θα «κοπεί» σε ένα ακόμα τεστ ειλικρίνειας και αξιοπιστίας. Όλα θα κριθούν από τη διαφορά της τελικής τιμής με την οποία θα προμηθεύεται η Σερβία πετρέλαιο. Αν δεν είναι πολύ φθηνό, όλα καλά. Κι ας είναι και ρωσικό.

































