Η ελληνική αγορά σταθερού broadband δείχνει να βρίσκεται σε μία φάση επιταχυνόμενης ανάπτυξης δικτύων οπτικών ινών (FTTH), με τον Όμιλο ΟΤΕ να επιβεβαιώνει τη θέση του ως κύριος παίκτης, ενώ η ΔΕΗ προβάλλει ως σημαντικός διεκδικητής στην κούρσα του fiber.
Το 2026 ξεκίνησε με τον ΟΤΕ να ολοκληρώνει την απορρόφηση της ΤΕΡΝΑ Fiber, γεγονός που μεταφράζεται σε απόκτηση του ελέγχου του έργου Ultra‑Fast Broadband (UFBB) που του δίνει τη δυνατότητα να επεκτείνει την απευθείας πρόσβασή του σε υποδομές οπτικών ινών σε ημιαστικές και αγροτικές περιοχές. Μέσω αυτής της κίνησης ο ΟΤΕ αναλαμβάνει να καλύψει εκατοντάδες χιλιάδες γραμμές που σήμερα υποεξυπηρετούνται, ενώ στόχος του είναι να προσφέρει FTTH σε 3,5 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις έως το 2030, καλύπτοντας πλέον πάνω από το 70% των γραμμών της χώρας.
Από την άλλη πλευρά η ΔΕΗ επιταχύνει την ανάπτυξη της υπηρεσίας ΔΕΗ Fiber, με το δίκτυο πλέον να καλύπτει 41 περιοχές σε όλη την Ελλάδα και να προσφέρει πρόσβαση σε 1 εκατ. νοικοκυριά και επιχειρήσεις, ενώ το ΔΕΗ FiberGrid έχει υπερβεί το 1,7 εκατ. «homes passed», με πάνω από 1 εκατ. έτοιμα για άμεση υπηρεσία, καθιστώντας το δεύτερο μεγαλύτερο FTTH δίκτυο στη χώρα.
Αυτά είναι τα δεδομένα: ένας κυρίαρχος παίκτης από τη μία και ένας νέος παίκτης από την άλλη που δηλώνει ότι ήδη κατέχει το δεύτερο μεγαλύτερο δίκτυο στη χώρα. Παρόλα αυτά δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι η ανάπτυξη δικτύου οπτικής ίνας είναι ένα… σπορ με σημαντικές προκλήσεις, τόσο σε επίπεδο κόστους όσο και σε επίπεδο τεχνικού σχεδιασμού.
Οπτικές ίνες και προκλήσεις
Καταρχήν, το επίγειο δίκτυο οπτικών μέχρι το σπίτι (αυτό που αναπτύσσει ο ΟΤΕ και οι υπόλοιποι τηλεπικοινωνιακοί πάροχοι) απαιτεί σημαντικές επενδύσεις σε καλωδίωση, δομές, τερματικά σημεία και απομακρυσμένη διαχείριση. Το κόστος ανά οικία είναι σχετικά υψηλό, ειδικά σε αγροτικές ή αραιοκατοικημένες περιοχές, όπου η αποζημίωση από τον αριθμό συνδρομητών είναι περιορισμένη, κάτι που αυξάνει την πίεση για μακροπρόθεσμη απόσβεση. Το εναέριο δίκτυο (αυτό που αναπτύσσει η ΔΕΗ εκμεταλλευόμενη το ήδη υπάρχον δίκτυο ηλεκτροδότησης) είναι μεν ταχύτερο στην ανάπτυξή του, αλλά είναι και πιο ευάλωτο στις καιρικές συνθήκες.
Οι πάροχοι σημειώνουν ότι σημαντικές καθυστερήσεις στα προγράμματα εγκατάστασης οπτικής ίνας προκύπτουν από το περίπλοκο αδειοδοτικό πλαίσιο και τις διαδικασίες συντονισμού με δήμους και άλλους παρόχους υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.
Την ίδια ώρα, ενώ το δίκτυο της οπτικής ίνας αναπτύσσεται, ο βαθμός ενεργοποίησης των διαθέσιμων γραμμών παραμένει σχετικά χαμηλός. Αυτό δημιουργεί αβεβαιότητα για την απόδοση των επενδύσεων, καθώς οι πάροχοι αναζητούν τρόπους να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητα των τιμολογίων και να προωθήσουν τη μετάβαση των χρηστών από το δίκτυο χαλκού στις οπτικές ίνες. Εδώ, ενδεχομένως, θα πρέπει να υπάρχει παρέμβαση και της Πολιτείας για την πριμοδότηση στη μετάβαση στα νέα δίκτυα (βλέπε Gigabit Voucher), τόσο στο επίπεδο των νοικοκυριών όσο και στο επίπεδο των επιχειρήσεων.
Τέλος, η ανάπτυξη συγκεντρώνεται σε μεγάλες πόλεις και ημιαστικές περιοχές, ενώ οι αγροτικές και απόμερες περιοχές αντιμετωπίζουν σημαντικό ψηφιακό χάσμα, ακριβώς εξαιτίας του υψηλού κόστους και της χαμηλής απόδοσης στη ζήτηση. Η επίλυση αυτού του προβλήματος απαιτεί έντονη συμμετοχή της Πολιτείας, και εδώ, με τη χρήση δημόσιας χρηματοδότησης και προγραμμάτων ενίσχυσης (π.χ. vouchers, ευρωπαϊκά προγράμματα) για να γίνει η ανάπτυξη οικονομικά βιώσιμη.






![Ενοίκια: Το ράλι στα ακίνητα – Προσιτές και απλησίαστες περιοχές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_akinhta_rents26-300x300.jpg)




















![Ενοίκια: Το ράλι στα ακίνητα – Προσιτές και απλησίαστες περιοχές [πίνακες]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/01/ot_akinhta_rents26.jpg)












