Θετικές διαγράφονται και για τη φετινή χρονιά οι προοπτικές για την περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών τροφίμων, με την κούρσα να οδηγούν εμβληματικά ελληνικά προϊόντα, όπως το ελαιόλαδο, η φέτα, το γιαούρτι, τα επεξεργασμένα φρούτα – λαχανικά και οι ελιές.
‘Αλλωστε, οι περισσότερες επιχειρήσεις του κλάδου θεωρούν ως ικανή και αναγκαία συνθήκη για τη διεύρυνση των δραστηριοτήτων τους την επέκτασή τους σε αγορές του εξωτερικού.
Χαρακτηριστικό της δυναμικής που έχει αναπτύξει ο κλάδος των τροφίμων και των ποτών είναι πως μέσα σε μία δεκαετία υπερδιπλασίασε τις εξαγωγές του σε όρους αξίας, με τις ίδιες, κατά κανόνα, κατηγορίες προϊόντων να πρωταγωνιστούν.
Οι εκτιμήσεις για τις εξαγωγές τροφίμων
Μιλώντας στον ΟΤ ο πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων κ. Αλκιβιάδης Καλαμπόκης εκτιμά ότι φέτος οι εξαγωγές τροφίμων θα κινηθούν κοντά σε διψήφιο ποσοστό, 8-10%, σημειώνοντας πως η στροφή προς τις αγορές του εξωτερικού είναι πλέον μονόδρομος.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Συνδέσμου το δωδεκάμηνο Ιανουάριος – Δεκέμβριος 2025 η αξία των εξαγωγών τρόφιμα & ζώντα ζώα ανήλθε σε 9.040,4 εκατ. ευρώ από 8.253,4 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 9,5%.
«Θα μπορούσε κανείς να πει πως είναι ευκολότερο να μπουν ελληνικά προϊόντα στις αγορές του εξωτερικού καθώς ως χώρα έχουμε telling story. Σε αντίθεση με άλλες χώρες που επιχειρούν να “χτίσουν” ένα αφήγημα» θα σημειώσει και θα εστιάσει στη διαφορετικότητα των ελληνικών προϊόντων τροφίμων, που έρχονται να υποστηριχθούν κι από τις αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες των ξένων καταναλωτών με την ανάδειξη της μεσογειακής διατροφής. Δεν είναι τυχαία, εξάλλου, η δυναμική που έχει αποκτήσει το γιαούρτι στο εξωτερικό.

«Σήμερα διαπιστώνεται μεγάλη στροφή στον εξαγωγικό στίβο από επιχειρήσεις κάθε μεγέθους», θα πει, εξηγώντας ότι είναι ένας τρόπος να ενδυναμώσουν έτι περαιτέρω τα μεγέθη τους. Ακόμη και σχετικά μικρές σε μέγεθος εταιρείες ενδιαφέρονται ή ήδη έχουν κάνει τα πρώτα τους βήματα.
Για τις ελληνικές εξαγωγές, κατά τον κ. Αλκιβιάδη Καλαμπόκη, η συμφωνία της Mercosur ανοίγει «μία μεγάλη αγορά και ένα πεδίο δόξης λαμπρό», αλλά το ζητούμενο είναι πως η Ευρώπη εν συνόλω θα κινηθεί στρατηγικά και οι εμπορικές συμφωνίες να εξελιχθούν σε μοχλό ανάπτυξης.
Η αγορά των ΗΠΑ
Παράλληλα, στο «οπτικό πεδίο» παραμένει σταθερά η αγορά των ΗΠΑ και πως αλλιώς αφού, όπως χαρακτηριστικά θα αναφέρει ο κ. Καλαμπόκης, για τις ελιές π.χ. είναι η πρώτη χώρα για τις εξαγωγές του προϊόντος και για τα ροδάκινα η τρίτη. Να σημειωθεί ότι για το 2024 η αξία των εξαγωγών του αγροδιατροφικού κλάδου προς τις ΗΠΑ έφτασε τα 754 εκατ. ευρώ επί συνόλου 2,411 δισ. ευρώ.
Παρά το δύσκολο τοπίο που δημιουργούν οι δασμοί, ο κ. Καλαμπόκης ανέφερε ότι τα ελληνικά προϊόντα γενικότερα «είναι στρατηγικά τοποθετημένα και οι μέχρι τώρα απώλειες μικρές».
«Τα στοιχεία που αφορούν το εμπόριο της Ελλάδος με τις ΗΠΑ δείχνουν συνολικά τις ελληνικές εξαγωγές να μειώνονται ισχνά κατά (-0,3%) και να αγγίζουν τα 2,40 δισ. ευρώ το 2025 έναντι 2,41 δισ. ευρώ σε σχέση με το περυσινό δωδεκάμηνο 2024», θα σημειώσει.

Βέβαια, ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων θα επισημάνει ότι μπορεί να υπάρχει στροφή στον εξαγωγικό στίβο και έντονο ενδιαφέρον από τις επιχειρήσεις, αλλά εξίσου σημαντικό είναι το έλλειμμα πληροφόρησης και στρατηγικής εκπαίδευσης, γεγονός που πηγάζει από «το υφιστάμενο πολυδαίδαλο σύστημα πληροφόρησης σε επίπεδο διοίκησης».
«Απαιτείται απλούστευση των γραφειοκρατικών διαδικασιών, θεσμικό πλαίσιο υποστήριξης εξαγωγών και μία εξαγωγική πολιτική που δεν πρέπει να είναι αποσπασματική αλλά στρατηγική και με μακροπρόθεσμο σχεδιασμό», επισημαίνει.
Η δυναμική της δεκαετίας
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με τα στοιχεία του ΙΟΒΕ την περίοδο 2014 – 2024 η βιομηχανία τροφίμων και ποτών υπερδιπλασίασε τις εξαγωγές της σε όρους αξίας, φθάνοντας σε σχεδόν 7 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας την υψηλότερη τιμή της τελευταίας δεκαετίας, με άνοδο 2,1% (y-o-y).

Οι εξαγωγές της βιομηχανίας τροφίμων και ποτών αποτέλεσαν το 14,0% του συνόλου των εξαγωγών αγαθών, από 13,4% το 2023.
Κύριος εμπορικός εταίρος, ως προς τις εξαγωγές εγχώριων προϊόντων τροφίμων και ποτών, η Ιταλία (16,0%), και έπονται η Γερμανία (14,2%) και οι Η.Π.Α. (9,7%). Πρωτοπόρησαν για το μερίδιό τους τα επεξεργασμένα φρούτα και λαχανικά (28,3%), ενώ ακολούθησαν τα γαλακτοκομικά προϊόντα (21,0%) και τα έλαια και λίπη (17,5%).

































