Απέρριψαν την εξαγορά της Commerzbank από την UniCredit το συγκυβερνών κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών, μετά την υποβολή προσφοράς 35 δισ. ευρώ από την ιταλική τράπεζα.
«Απορρίπτουμε αυτήν την προσπάθεια εξαγοράς, όπως ακριβώς έκαναν η διοίκηση της Commerzbank, το συμβούλιο εργαζομένων και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση», δήλωσε μέσω email η Frauke Heiligenstadt, μέλος του SPD στην επιτροπή οικονομικών της κάτω βουλής του κοινοβουλίου.
Η Heiligenstadt, μέλος της ηγεσίας του SPD, ανέφερε ότι μέλη της κοινοβουλευτικής ομάδας του κόμματος «στηρίζουν την Commerzbank και τους υπαλλήλους της» είναι μια «συστημικά σημαντική τράπεζα».
Επικαλέστηκε επανειλημμένες εκκλήσεις από τον υπουργό Οικονομικών του SPD, Lars Klingbeill, που προέτρεπαν την UniCredit να απόσχει από απόπειρες εξαγοράς και είπε ότι η Commerzbank έχει δείξει ότι μπορεί να λειτουργεί με επιτυχία μόνη της.
Το ποσοστό που κατέχει η UniCredit
Ο Συντηρητικός Καγκελάριος και οι νεότεροι εταίροι του από το SPD αντιτίθενται σταθερά στα σχέδια της UniCredit για τη δεύτερη μεγαλύτερη τράπεζα της Γερμανίας, επικρίνοντας τον τρόπο με τον οποίο έχτισε το αρχικό της μερίδιο. Η Unicredit κατέχει επί του παρόντος λίγο κάτω από το 30% των μετοχών της Commerzbank, ενώ η κυβέρνηση στο Βερολίνο έχει το 12,5%.
Η προσφορά της Δευτέρας θα επιτρέψει στην UniCredit να αυξήσει το μερίδιό της πέραν του 30%. Σύμφωνα με τη γερμανική νομοθεσία, μια εταιρεία που υπερβαίνει το όριο του 30% υποχρεούται να υποβάλει προσφορά σε όλους τους μετόχους, αλλά μόνο μία φορά.
Η άρση αυτού του περιορισμού θα δώσει στην ιταλική τράπεζα ευελιξία ως προς τη συμμετοχή της. Το μερίδιο στην Commerzbank ήταν ήδη κοντά στο όριο του 30% και μια επαναγορά μετοχών που πραγματοποίησε η γερμανική τράπεζα ανάγκασε την UniCredit να πουλήσει ορισμένες μετοχές για να παραμείνει κάτω από αυτό το επίπεδο, υπογράμμισε ο CEO, Αντρέα Ορσέλ κατά την διάρκεια τηλεδιάσκεψης με αναλυτές.
Ο Ορσέλ χαρακτήρισε την προσφορά ως ευκαιρία για τη βελτίωση των σχέσεων με τους διάφορους ενδιαφερόμενους της τράπεζας, ενώ παράλληλα της δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσει μετοχές στην ανοιχτή αγορά, διευκολύνοντας ενδεχομένως την πορεία προς μια εξαγορά.
Όταν ρωτήθηκε για τις αλληλεπιδράσεις με τους Γερμανούς υπεύθυνους χάραξης πολιτικής εξήγησε ότι «είχαμε κάνει κάποιες συζητήσεις, όχι τόσο πολλές όσο θα επιθυμούσαμε όλοι».
Η προσφορά «μας παρέχει μια διαφανή πλατφόρμα για να διευρύνουμε και να εμβαθύνουμε πολύ περισσότερο σε αυτές τις συζητήσεις», δήλωσε στους αναλυτές σε τηλεδιάσκεψη. «Είμαστε απολύτως ανοιχτοί να βρούμε λύσεις για να έχουμε όλοι τη συμμετοχή μας».







































