Με τις τιμές πετρελαίου να κινούνται πάνω από τα 110 δολάρια το βαρέλι και τον πληθωρισμό της ευρωζώνης να επιστρέφει στο 2,5% τον Μάρτιο, ολοένα και περισσότεροι παράγοντες παραδέχονται ότι το σενάριο νέας αύξησης επιτοκίων δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί. «Αν το σοκ περάσει στους μισθούς, θα χρειαστεί απάντηση», είναι η θέση αρκετών κεντρικών τραπεζιτών, αποτυπώνοντας τη μεταστροφή που καταγράφεται τις τελευταίες ημέρες.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η συζήτηση εξελίσσεται σε μια στιγμή που η πραγματική οικονομία δείχνει ήδη σημάδια κόπωσης. Στελέχη τραπεζών και επενδυτικών οίκων περιγράφουν ένα περιβάλλον όπου επενδύσεις μετατίθενται, χρηματοδοτήσεις επανεξετάζονται και η κατανάλωση «κρατά» οριακά. Οι αποδόσεις των ομολόγων, με το γερμανικό 10ετές πάνω από το 3% και το ελληνικό κοντά στο 4%, έχουν ήδη αυξήσει το κόστος χρήματος σε όλο το φάσμα της οικονομίας, από τα στεγαστικά δάνεια μέχρι τη χρηματοδότηση επιχειρήσεων. Το βασικό ρίσκο δεν είναι η αύξηση των επιτοκίων. Είναι ότι θα παγιωθεί ένα περιβάλλον ακριβού χρήματος την ίδια στιγμή που το ενεργειακό κόστος ανεβαίνει, σχολιάζουν διαχειριστές κεφαλαίων.
Σε αυτό το φόντο, κυβερνήσεις κινούνται ήδη μονομερώς, προσπαθώντας να απορροφήσουν μέρος του σοκ με εθνικά μέτρα, από φορολογικές παρεμβάσεις μέχρι επιδοτήσεις ενέργειας, την ώρα που στο επίπεδο του Eurogroup οι διαφωνίες παραμένουν έντονες. Πηγές με γνώση των διαβουλεύσεων κάνουν λόγο για «δύο ταχύτητες» στην Ευρώπη. Από τη μια χώρες που φοβούνται τον πληθωρισμό και πιέζουν για αυστηρή γραμμή, και άλλες που ανησυχούν περισσότερο για την ανάπτυξη και επιχειρούν να κερδίσουν χρόνο. Το αποτέλεσμα είναι μια οικονομία που βρίσκεται ήδη σε μεταβατική φάση, όπου οι αποφάσεις δεν αναβάλλονται απλώς, αλλά επανασχεδιάζονται υπό το βάρος ενός νέου, πιο αβέβαιου περιβάλλοντος.
Ο κίνδυνος που επιστρέφει
Αυτό που ανησυχεί πλέον ολοένα και περισσότερους αναλυτές είναι ο συνδυασμός της επιβράδυνσης, μαζί με αύξηση του πληθωρισμού. Στελέχη της αγοράς και αξιωματούχοι κάνουν πλέον ανοιχτά λόγο για την επιστροφή του στασιμοπληθωρισμό που η Ευρώπη θεωρούσε ότι είχε αφήσει πίσω της.
Ο φόβος αυτός έχει επιστρέψει καθώς η ενεργειακή κρίση δημιουργεί έναν νέο εισαγόμενο πληθωρισμό, ενώ η οικονομία εισέρχεται σε αυτή τη φάση χωρίς ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική. «Η Ευρώπη μπαίνει σε σοκ προσφοράς με ήδη χαμηλή ανάπτυξη και αυτό είναι το πιο δύσκολο μείγμα πολιτικής», είναι το μήνυμα που στέλνουν ευρωπαίοι αξιωματούχοι οι οποίοι συμμετέχουν στην προετοιμασία του Eurogroup.
Η εμπειρία του 2022 λειτουργεί πλέον ως σημείο αναφοράς. Τότε, το ενεργειακό σοκ εκτόξευσε τον πληθωρισμό σε επίπεδα άνω του 9% σε χώρες όπως η Ελλάδα. Σήμερα, οι τιμές έχουν ήδη ενσωματώσει μεγάλο μέρος εκείνης της αύξησης, γεγονός που σημαίνει ότι ένα νέο σοκ ξεκινά από υψηλότερη βάση.
Πού μπορεί να φτάσει ο πληθωρισμός
Σύμφωνα με εκτιμήσεις διεθνών οίκων και τραπεζικών αναλυτών, το βασικό σενάριο για τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη μετατοπίζεται βραχυπρόθεσμα στο 3% με 3,5%. Εάν η ενεργειακή κρίση ενταθεί πιο πιθανό είναι το 4%, ενώ σε ακραίο σενάριο αρκετοί βλέπουν επίπεδα που θα θυμίζουν 2022. Στο εσωτερικό της ΕΚΤ, πηγές αναφέρουν ότι τα αρχικά μοντέλα πρόβλεψης έχουν ήδη καταστεί ξεπερασμένα. Οι τεχνικές ομάδες επεξεργάζονται πλέον νέα σενάρια που ενσωματώνουν υψηλότερες τιμές ενέργειας για μεγαλύτερο διάστημα, καθυστέρηση στην αποκλιμάκωση και δευτερογενείς επιδράσεις σε μισθούς και υπηρεσίες
Η επιστροφή του πληθωρισμού επαναφέρει το πιο δύσκολο δίλημμα για την νομισματική πολιτική, σχετικά με το πώς αντιμετωπίζεις ένα σοκ που δεν προέρχεται από τη ζήτηση αλλά από την προσφορά. Αν η ΕΚΤ επιλέξει να αυξήσει επιτόκια κινδυνεύει να περιορίσει τον πληθωρισμό, αλλά ενισχύει την επιβράδυνση. Αν επιλέξει να περιμένει προστατεύει την ανάπτυξη, αλλά ρισκάρει την παγίωση των υψηλών τιμών
Αυτό ακριβώς το αδιέξοδο περιγράφουν αναλυτές ως το «DNA» του στασιμοπληθωρισμού. Ήδη, η αγορά έχει αρχίσει να τιμολογεί το ενδεχόμενο πιο σκληρής στάσης. Η πιθανότητα μείωσης επιτοκίων εντός του 2026 απομακρύνεται, ενώ αυξάνεται η συζήτηση ακόμη και για νέα αύξηση εάν το ενεργειακό σοκ επιμείνει.
Οι αγορές δείχνουν τον δρόμο
Τα πρώτα σημάδια έχουν ήδη εμφανιστεί στις αγορές ομολόγων. Η άνοδος των αποδόσεων σε ολόκληρη την ευρωζώνη δεν αντανακλά μόνο τον πληθωρισμό, αλλά δείχνει και την αβεβαιότητα για την πορεία της οικονομίας. Αυτό μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος δανεισμού για τόσο για τα κράτη, όσο και για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.
Γεγονός είναι οτι οι συνέπειες στην πραγματική οικονομία αρχίζουν ήδη να αποτυπώνονται σε επίπεδο αποφάσεων, καθώς επενδύσεις μετατίθενται, projects επανεξετάζονται και επιχειρήσεις περιορίζουν το ρίσκο
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο, σύμφωνα με τραπεζικές πηγές, είναι η αλλαγή στη συμπεριφορά των επιχειρήσεων. «Δεν ακυρώνουν σχέδια. Τα παγώνουν», σημειώνουν χαρακτηριστικά. Αυτό δημιουργεί ένα «κενό» 12–18 μηνών στην επενδυτική δραστηριότητα, το οποίο μπορεί να επηρεάσει την ανάπτυξη πολύ περισσότερο από ό,τι οι τρέχοντες δείκτες δείχνουν.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Ευρώπη εμφανίζεται ξανά χωρίς κοινή στρατηγική. Οι διαφωνίες μεταξύ κρατών-μελών δεν επιτρέπουν συντονισμένη απάντηση. Το αποτέλεσμα είναι μια κατακερματισμένη αντίδραση που ενισχύει την αβεβαιότητα.



































