Η τρέχουσα οικονομική συγκυρία στη Γαλλία αντανακλά τις πρώτες επιπτώσεις της πολεμικής σύρραξης στο Ιράν, επηρεάζοντας τον πληθωρισμό, την αγοραστική δύναμη και το επιχειρηματικό κλίμα, αναφέρει σημείωμα της ελληνικής πρεσβείας στο Παρίσι. Οι συνέπειες του πολέμου, ο οποίος ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου 2026,
γίνονται ήδη αισθητές στο σύνολο της γαλλικής οικονομικής δραστηριότητας. Ειδικότερα, η πορεία του πληθωρισμού στη Γαλλία αποτυπώνει την πίεση που ασκείται στην αγοραστική δύναμη.
Παρότι πριν από την έναρξη των εχθροπραξιών ο πληθωρισμός κυμαινόταν σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα (περίπου στο 1%), τον Μάρτιο σημείωσε άνοδο κατά 0,8 μονάδες. Σύμφωνα με το εθνικό ινστιτούτο στατιστικής (Insee), ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 1,7% (και στο 1,9% βάσει του εναρμονισμένου δείκτη IPCH, ο οποίος χρησιμοποιείται για συγκρίσεις εντός της Ε.Ε.), παραμένοντας ωστόσο χαμηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης, ο οποίος έφτασε το 2,5%.
Η άνοδος αυτή τροφοδοτείται πρωτίστως από τη σημαντική αύξηση των τιμών της ενέργειας, οι οποίες κατέγραψαν άνοδο 7,3%, έπειτα από υποχώρηση 2,9% τον Φεβρουάριο. Ο αποκλεισμός των στενών του Ορμούζ, από τα οποία διέρχεται το 20% του παγκόσμιου εμπορίου υδρογονανθράκων, σε συνδυασμό με τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές από το Κατάρ έως τη Σαουδική Αραβία, ώθησαν την τιμή του πετρελαίου Brent πάνω από τα 100 δολάρια, φτάνοντας πρόσφατα ακόμη και τα 115 δολάρια. Σύμφωνα με το Γαλλικό Παρατηρητήριο Οικονομικών Συγκυριών (OFCE – Observatoire français des conjonctures économiques), η ενέργεια ευθύνεται για το 1/3 του πληθωρισμού του Μαρτίου, μολονότι αντιπροσωπεύει λιγότερο από το 8% του δείκτη τιμών καταναλωτή.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε την Κυβέρνηση στην ανακοίνωση στοχευμένων μέτρων, τα οποία ωστόσο κρίνονται ανεπαρκή από τους κλάδους των μεταφορών και της γεωργίας. Επί του παρόντος, δεν διαπιστώνεται γενικευμένη διάχυση των πληθωριστικών πιέσεων στους λοιπούς κλάδους της οικονομίας, καθώς οι τιμές των τροφίμων κατέγραψαν συγκρατημένη άνοδο 1,8% και οι τιμές του καπνού 3,2%, ενώ οι τιμές των βιομηχανικών αγαθών και των υπηρεσιών υποχώρησαν κατά 0,6%, με μοναδική εξαίρεση τις αερομεταφορές όπου το αυξημένο κόστος της κηροζίνης αναμένεται να μετακυλιστεί άμεσα στις τιμές των εισιτηρίων.
Οι εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό
Οι οικονομικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η άνοδος των τιμών θα ενταθεί τους επόμενους μήνες.
Το Insee προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα ξεπεράσει το όριο του 2% τον Μάιο, με την προϋπόθεση ότι οι τιμές του πετρελαίου θα διατηρηθούν γύρω στα 100 δολάρια έως τα τέλη του πρώτου εξαμήνου. Οι δευτερογενείς επιπτώσεις αναμένεται να γίνουν αισθητές τον Ιούνιο ή τον Ιούλιο. Το αυξημένο κόστος μεταφορών και των παραγωγικών εισροών εκτιμάται ότι θα ωθήσουν τη βιομηχανία σε ανατιμήσεις, με τον κλάδο των τροφίμων να πλήττεται πρώτος. Εντούτοις, ο κίνδυνος γενικευμένων ανατιμήσεων εκτιμάται ως πιο περιορισμένος σε σύγκριση με αυτόν της
σύρραξης στην Ουκρανία το 2022, καθώς η ζήτηση παραμένει ασθενής λόγω της συμπίεσης των πραγματικών μισθών.
Επειδή οι μισθολογικές αναπροσαρμογές για το 2026 είχαν ήδη συμφωνηθεί προπολεμικά, σε μια περίοδο χαμηλών πληθωριστικών προσδοκιών, η αγοραστική δύναμη περιορίζεται. Ταυτόχρονα, αυτοί οι προκαθορισμένοι μισθοί επιδρούν σταθεροποιητικά στον τομέα των υπηρεσιών, ο οποίος έχει υψηλή ένταση εργασίας. Διατηρώντας το μισθολογικό κόστοςσταθερό, η πίεση στις τιμές των υπηρεσιών αναμένεται να παραμείνει ελεγχόμενη, λειτουργώντας ως ανάχωμα στη διάχυση του ενεργειακού σοκ.
Αγοραστική δύναμη
Από την άλλη, η συνθήκη των προκαθορισμένων μισθών αναμένεται να συμπιέσει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών, οδηγώντας την πλειονότητα των εργαζομένων σε μείωση του πραγματικού τους μισθού. Μόνο οι αμειβόμενοι με τον κατώτατο μισθό προστατεύονται μέσω της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, εφόσον ο πληθωρισμός υπερβεί το 2%.
Παράλληλα, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχωρεί ραγδαία. Ο δείκτης εμπιστοσύνης του Insee απώλεσε 2 μονάδες, εξέλιξη που αντανακλά την έντονη ανησυχία των καταναλωτών για νέα επιτάχυνση του πληθωρισμού τους επόμενους 12 μήνες. Ο σχετικός δείκτης προσδοκιών σημείωσε άλμα 28 μονάδων, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Σεπτέμβριο του 2022, ωθούμενος κυρίως από τις πρόσφατες αυξήσεις στις τιμές της βενζίνης.
Άμεση συνέπεια αυτής της τάσης είναι η πτώση της εκτίμησης των νοικοκυριών για το μελλοντικό βιοτικό τους επίπεδο κατά 7 μονάδες (στο χαμηλότερο σημείο από τον Οκτώβριο του 2024), γεγονός που ανατρέπει τη σταδιακή ανάκαμψη η οποία είχε καταγραφεί μετά την πολιτική και δημοσιονομική αβεβαιότητα του 2025. Σε επίπεδο πραγματικών δεδομένων, η κατανάλωση αγαθών έχει ήδη καταγράψει πτώση 1,4% τον Φεβρουάριο.
Η πτώση αποδίδεται στη μειωμένη κατανάλωση ενέργειας κατά 2,4%, στη σημαντική συρρίκνωση της αγοράς ειδών ένδυσης κατά 4%, καθώς και στη μείωση των πωλήσεων διαρκών αγαθών (όπως έπιπλα, οχήματα και ηλεκτρονικά). Αντίστοιχα, η κατανάλωση τροφίμων υποχώρησε κατά 0,5% (έναντι αύξησης 0,4% τον Ιανουάριο), κυρίως λόγω της μειωμένης δαπάνης για αγροδιατροφικά προϊόντα. Βραχυπρόθεσμα, η συνολική κατανάλωση διατηρεί μια σχετική ανθεκτικότητα (+0,2% εκτίμηση για το δεύτερο τρίμηνο) αποκλειστικά επειδή τα νοικοκυριά αντλούν κεφάλαια από τις αποταμιεύσεις τους.
Ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ
Τα στοιχεία του Insee καταδεικνύουν επιδείνωση του επιχειρηματικού κλίματος στο χονδρικό εμπόριο και τη βιομηχανία, όπου ο σχετικός δείκτης υποχώρησε κατά 3 μονάδες, στις 99. Η υποχώρηση αυτή οφείλεται στη σαφή κάμψη της παραγωγής και των παραγγελιών (εγχώριων και εξωτερικού), ιδίως στον τομέα των μεταφορών. Στις υπηρεσίες, το κλίμα παραμένει σταθερό αλλά υποβαθμισμένο, με τις γενικές προοπτικές να μειώνονται για 3ο συνεχή μήνα. Στις κατασκευές και το λιανικό εμπόριο καταγράφεται οριακή βελτίωση, η οποία ωστόσο αντισταθμίζεται από την αυξημένη οικονομική αβεβαιότητα και τη μείωση των προοπτικών δραστηριότητας.
Σε μακροοικονομικό επίπεδο, το Insee αναθεώρησε ελαφρώς προς τα κάτω την πρόβλεψη για την ανάπτυξη του ΑΕΠ στο 0,2% για το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο. Υπολογίζεται ότι μια αύξηση της τάξης των 40 δολαρίων στην τιμή του βαρελιού στερεί 0,1 ποσοστιαίες μονάδες ανάπτυξης ανά τρίμηνο. Παρά ταύτα, όπως επιβεβαίωσε ο Υπουργός Οικονομίας, κ. Roland Lescure, η Κυβέρνηση διατηρεί προσώρας τον στόχο ανάπτυξης 1% για το 2026, βάσει του οποίου έχει καταρτιστεί ο προϋπολογισμός, καθώς οι σημαντικότερες αρνητικές επιπτώσεις στο ΑΕΠ αναμένονται στα τέλη του έτους και κυρίως το 2027.
Εν κατακλείδι, η αναμενόμενη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας λειτουργεί ως μηχανισμός αυτορρύθμισης του πληθωρισμού, με άμεσο όμως κόστος τη συμπίεση του βιοτικού επιπέδου των νοικοκυριών και την υποβάθμιση του επιχειρηματικού κλίματος, καθώς η εντεινόμενη αβεβαιότητα και το αυξημένο κόστος περιορίζουν την παραγωγή και τις παραγγελίες. Επί του παρόντος, το βασικό σενάριο των ινστιτούτων βασίζεται σε ένα ισχυρό αλλά προσωρινό σοκ, με αποκλιμάκωση έως το καλοκαίρι. Ωστόσο, τυχόν παράταση του πολέμου και η αναμενόμενη άνοδος της ανεργίας στο 8,1% στα τέλη Ιουνίου, εκτιμάται ότι θα επιδεινώσουν περαιτέρω τις προοπτικές της γαλλικής οικονομίας.






























