Η επόμενη ημέρα για την ενεργειακή και περιβαλλοντική πολιτική της χώρας αρχίζει να διαμορφώνεται καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης “κλείνει” και στη θέση του ενεργοποιείται ένα νέο μωσαϊκό χρηματοδοτικών “εργαλείων”.
Αυτό ήταν το μήνυμα του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κ. Σταύρου Παπασταύρου από τη Θεσσαλονίκη, ο οποίος έθεσε χθες στο επίκεντρο τρία «σχήματα» που θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις επενδύσεις της επόμενης περιόδου, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νήσων και τη ρήτρα διαφυγής για την ενεργειακή ανθεκτικότητα.
Μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης είχαν συνδεθεί με το ΥΠΕΝ έργα και επενδύσεις περίπου 5,9 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 32% του συνολικού προγράμματος, το οποίο κατευθύνθηκε σε δράσεις που αφορούσαν από τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), την αποθήκευση και τη βιομηχανία έως την αυτοκατανάλωση, το υδρογόνο και τον χωρικό σχεδιασμό.
Για την περίοδο που ακολουθεί όμως, έως το 2032, σύμφωνα με τον υπουργό ανοίγει ένας νέος κύκλος ευρωπαϊκών πόρων, άνω των 8 δισ. ευρώ, με το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο και το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νήσων να αποτελούν τα δύο βασικά χρηματοδοτικά εργαλεία, ενώ η ρήτρα διαφυγής προσθέτει έναν διαφορετικό μηχανισμό δημοσιονομικής ευελιξίας.
Πρόκειται για κονδύλια που θα κατανεμηθούν σε διαφορετικούς τομείς και υπουργεία, από την ενεργειακή αναβάθμιση κατοικιών και τις μεταφορές έως τις κοινωνικές κατοικίες, τις νησιωτικές υποδομές και την ενεργειακή ασφάλεια. Το στοίχημα που έθεσε ο κ. Παπασταύρου είναι οι νέοι πόροι να μεταφραστούν σε χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τα νοικοκυριά, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα για τις επιχειρήσεις και ταχύτερη «πράσινη» μετάβαση.
2,3 δισ. ευρώ για την απανθρακοποίηση των νησιών
Η αποτελεσματικότητα του νέου χρηματοδοτικού τοπίου θα κριθεί στην πράξη στα ελληνικά νησιά. Το επενδυτικό πρόγραμμα του Ταμείου Απανθρακοποίησης των Νήσων (είχε συσταθεί το 2024) εγκρίθηκε μόλις την προηγούμενη Τετάρτη από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων. Περιλαμβάνει έργα συνολικού ύψους περίπου 2,3 δισ. ευρώ, ενώ οι διαθέσιμοι πόροι του υπολογίζονται σήμερα σε περίπου 2 δισ. ευρώ, βάσει της τρέχουσας πορείας της τιμής των δικαιωμάτων εκπομπών (σ.σ. στην Ελλάδα διατίθενται προς δημοπράτηση 25 εκατομμύρια δικαιώματα εκπομπών CO2).
Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων, περίπου 1,1 δισ. ευρώ, θα κατευθυνθεί στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και σε συναφείς ενεργειακές υποδομές στα Δωδεκάνησα, τις Κυκλάδες και το Βορειοανατολικό Αιγαίο. Πρόκειται για παρεμβάσεις που αναμένεται να περιορίσουν σταδιακά την εξάρτηση των νησιών από τις πετρελαϊκές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, ανοίγοντας τον δρόμο για μεγαλύτερη αξιοποίηση καθαρής ενέργειας και μείωση του ενεργειακού κόστους.
Σχεδόν άλλο ένα δισεκατομμύριο (977 εκατ. ευρώ), προβλέπεται για έργα ΑΠΕ σε συνδυασμό με αποθήκευση. Ιδιαίτερη έμφαση θα δοθεί στα φωτοβολταϊκά συστήματα αυτοκατανάλωσης, τα οποία μπορούν να εγκατασταθούν από κατοικίες και ξενοδοχεία έως επιχειρήσεις, σχολεία, νοσοκομεία, δημόσια κτίρια και αγροτικές εγκαταστάσεις.
Το πακέτο συμπληρώνουν 56 εκατ. ευρώ για υποδομές φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων και 200 εκατ. ευρώ για φράγματα και ταμιευτήρες πολλαπλού σκοπού οι οποίοι μπορεί να εξυπηρετούν τόσο ενεργειακές όσο και υδατικές ανάγκες (αντλησιοταμίευση, αφαλατώσεις). Το Ταμείο, το οποίο δημιουργήθηκε ειδικά για την Ελλάδα, θα επιχειρήσει να αντιμετωπίσει ταυτόχρονα το υδατικό έλλειμμα και τις ενεργειακές ανάγκες της νησιωτικής χώρας.
4,77 δισ. ευρώ για «πράσινη» μετάβαση με επίκεντρο ευάλωτα νοικοκυριά
Κι αν το Ταμείο Απανθρακοποίησης των Νήσων έρχεται να χρηματοδοτήσει κυρίως τις υδατικές και ενεργειακές υποδομές στα νησιά, το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο θα μεταφέρει το βάρος της «πράσινης» μετάβασης στο ίδιο το νοικοκυριό, την κατοικία, τη μικρή επιχείρηση και τις μετακινήσεις.
Με ένα νέο χρηματοδοτικό πακέτο ύψους 4,77 δισ. ευρώ για την περίοδο 2026-2032 δίνεται προτεραιότητα στην ενεργειακή αναβάθμιση των κατοικιών, στη στέγαση και τις μεταφορές. Το ελληνικό σχέδιο εγκρίθηκε από την Κομισιόν στις 27 Αυγούστου και είναι το μεγαλύτερο από τα εθνικά σχέδια που έχουν εγκριθεί έως σήμερα από την ΕΕ. Το 75% της χρηματοδότησης, περίπου 3,58 δισ. ευρώ, προέρχεται από το ευρωπαϊκό Ταμείο, ενώ το υπόλοιπο αποτελεί εθνική συμμετοχή.
Το μεγαλύτερο κομμάτι κατευθύνεται στα κτίρια, με περίπου 1,7 δισ. ευρώ να προορίζονται για την ενεργειακή αναβάθμιση 62.000 κατοικιών ευάλωτων νοικοκυριών, την αντικατάσταση συστημάτων θέρμανσης και θερμοσιφώνων και την εγκατάσταση αντλιών θερμότητας, ηλιακών θερμοσιφώνων και φωτοβολταϊκών για αυτοπαραγωγή. Παράλληλα, προβλέπονται 13 περιφερειακά “one stop shops” και δωρεάν ενεργειακά πιστοποιητικά για περίπου 200.000 νοικοκυριά. Επίσης, προβλέπεται να χρηματοδοτηθεί και η ενεργειακή αναβάθμιση 9.350 πολύ μικρών επιχειρήσεων με 395 εκατ. ευρώ.
Το συγκεκριμένο ταμείο ωστόσο δεν αποτελεί «κουμπαρά μόνο του ΥΠΕΝ, το οποίο έχει την ευθύνη κυρίως για βασικές ενεργειακές δράσεις. Σημαντικό μέρος υλοποιείται και από άλλα υπουργεία καθώς το σχέδιο ανοίγει ένα ακόμη μέτωπο, στο στεγαστικό, με στόχο να δώσει λύσεις στο αυξανόμενο κόστος της κατοικίας, με περίπου 490 εκατ. ευρώ για τη δημιουργία έως 2.800 κοινωνικών κατοικιών, 226,6 εκατ. ευρώ για την ανακαίνιση 15 φοιτητικών εστιών σε δέκα πανεπιστήμια κλπ. Στις μεταφορές περιλαμβάνονται 211 νέα ηλεκτρικά λεωφορεία, νέοι και αναβαθμισμένοι συρμοί του Μετρό, κοινωνικό leasing ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ηλεκτρικά ταξί και υποδομές φόρτισης, μεταφορά μαθητών με αναπηρία κ.ά..
Είναι αξιοσημείωτο το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο δημιουργήθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές επιπτώσεις της νέας αγοράς άνθρακα (ETS2), η οποία επεκτείνει την επιβολή κόστους άνθρακα στα καύσιμα που χρησιμοποιούνται σε κτίρια και οδικές μεταφορές. Το σχέδιο στοχεύει συνολικά περίπου 1,76 εκατ. νοικοκυριά που ζουν σε ενεργειακά μη αποδοτικές κατοικίες και 1,47 εκατ. ευάλωτους χρήστες μεταφορών. Η Κομισιόν εκτιμά ότι έως το 2032 το σχέδιο θα έχει βγάλει περίπου 460.000 ευάλωτα νοικοκυριά από την ενεργειακή φτώχεια και 300.000 ευάλωτους χρήστες από τη μεταφορική φτώχεια. Όσο για την ευρωπαϊκή χρηματοδοτική ροή, η πρώτη θα μπορούσε να γίνει το πρώτο τρίμηνο του 2027.
Η ρήτρα διαφυγής ανοίγει δημοσιονομικό χώρο για την ενέργεια
Διαφορετική είναι η λογική του τρίτου «εργαλείου», το οποίο δεν φέρνει νέο ευρωπαϊκό χρήμα στη χώρα, αλλά δίνει στην Ελλάδα τη δυνατότητα να δαπανήσει περισσότερους εθνικούς πόρους για την ενεργειακή της ασφάλεια. Πρόκειται για την ενεργειακή διάσταση της «ρήτρας διαφυγής», μέσω της οποίας δημιουργείται πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος για επενδύσεις που περιορίζουν την εξάρτηση από τα εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Η Ελλάδα έχει ζητήσει την ενεργοποίηση της ρήτρας για την ενεργειακή ανθεκτικότητα, με επενδύσεις που αναμένεται να ξεπεράσουν το 1 δισ. ευρώ έως το 2028. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει υπολογίσει τη συνολική δυνατότητα σε περίπου 1,5 δισ. ευρώ για την τριετία 2026-2028. Το ποσό, ωστόσο, δεν αποτελεί ευρωπαϊκή χρηματοδότηση ούτε ένα νέο ταμείο που θα εισρεύσει στον κρατικό προϋπολογισμό. Είναι η δυνατότητα να πραγματοποιηθούν επιλέξιμες δαπάνες χωρίς να υπολογίζονται με τον ίδιο τρόπο στον περιορισμό της αύξησης των καθαρών εθνικών δαπανών.
Στο επίκεντρο βρίσκονται επενδύσεις στην ενεργειακή ανθεκτικότητα, με την κυβέρνηση να έχει αναφέρει ως βασικές κατευθύνσεις τα ηλεκτρικά δίκτυα, την αποθήκευση ενέργειας και τις διασυνδέσεις. Στόχος είναι να ενισχυθεί η δυνατότητα του συστήματος να απορροφά περισσότερη καθαρή ενέργεια και να περιοριστεί η έκθεση της χώρας σε εξωτερικές ενεργειακές κρίσεις και στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών.





































