Tο 56% του πληθυσμού στην Ευρώπη είναι υπέρβαρο (26%) ή ζει με παχυσαρκία (30%) σύμφωνα με στοιχεία του 2024, ενώ το ίδιο ισχύει για ένα στα τρία παιδιά. Ειδικά για τα παιδιά και εφήβους, το δυσάρεστο είναι διατρέχουν πέντε φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να παραμείνουν παχύσαρκοι κατά την ενήλικη ζωή τους, σε σχέση με τα παιδιά και εφήβους που διατηρούν κανονικό βάρος.
Η παχυσαρκία συνδέεται με περισσότερες από 200 ασθένειες ξεκινώντας από τον διαβήτη τύπου 2, τα καρδιαγγειακά νοσήματα και διάφορους τύπους καρκίνου, και συνεχίζοντας με αυξημένες πιθανότητες για νευρολογικές παθήσεις, λιπώδες ήπαρ, χρόνιες αναπνευστικές νόσους, οστεοαρθρίτιδα, παθήσεις του πεπτικού συστήματος κλπ.
Η παχυσαρκία στην Ευρώπη αυξάνεται ραγδαία, με τις μετρήσεις να δείχνουν αύξηση κατά 75% σε σύγκριση με το 1990.
Οι δαπάνες για την παχυσαρκία ξεπερνούν τις δαπάνες για στέγαση σε όλες τις χώρες και στην Ελλάδα ξεπερνούν και πάνω από το μισό των δαπανών για άμυνα

Ένταξη της παχυσαρκίας στο πρόγραμμα πρόληψης των καρδιαγγειακών νοσημάτων της Ε.Ε. προτείνει η μελέτη
Τα στοιχεία αυτά περιλαμβάνονται σε νέα μελέτη του Γραφείου Οικονομικών της Υγείας, με τίτλο «Η Οικονομική Επιβάρυνση από το Αυξημένο Σωματικό Βάρος και την Παχυσαρκία στην Ευρώπη» που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων και Συνδέσμων (EFPIA) και προσδιόρισε την υγειονομική και οικονομική επιβάρυνση που συνδέεται με το αυξημένο σωματικό βάρος και την παχυσαρκία σε οκτώ ευρωπαϊκές χώρες: Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία, Ελλάδα, Ρουμανία και Ηνωμένο Βασίλειο.
Σύμφωνα με την έρευνα, 278.000 θάνατοι και 8 εκατ. χαμένα έτη υγιούς ζωής καταγράφονται κάθε χρόνο, ενώ η οικονομική επιβάρυνση από την παχυσαρκία κυμαίνεται από 0,6% του ΑΕΠ στη Ρουμανία και 0,8% στη Γαλλία, μέχρι 1,3% στη Γερμανία και 1,4% του ΑΕΠ στην Ελλάδα και τη Μ. Βρετανία.
Τα ποσοστά αυτά ξεπερνούν τις δαπάνες για στέγαση σε όλες τις χώρες και στην Ελλάδα φτάνει πάνω από το μισό των δαπανών για άμυνα.
Στις χώρες που περιλαμβάνονται στη μελέτη, το 18% έως 58% του συνολικού κόστους συνδέεται με απώλειες παραγωγικότητας λόγω πρόωρης θνησιμότητας, οικονομικής αδράνειας, απουσιών από την εργασία, μειωμένης παραγωγικότητας και χρόνου που αφιερώνεται στην περίθαλψη ασθενών.
Το άμεσο κόστος για την υγεία συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με νοσήματα που σχετίζονται με την παχυσαρκία και τον αυξημένο ΔΜΣ. Ενδεικτικά, ο αυξημένος ΔΜΣ συνδέεται με:
- σχεδόν 60% της απώλειας ετών υγιούς ζωής (DALYs) λόγω διαβήτη τύπου 2
- 45% λόγω παθήσεων του πεπτικού συστήματος
- 32% λόγω χρόνιας νεφρικής νόσου.
Κοστίζει 3,4 δις στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, το αυξημένο σωματικό βάρος και η παχυσαρκία συνδέονται με ετήσια οικονομική επιβάρυνση 3,4 δισ. ευρώ, ή 328 ευρώ ανά κάτοικο. Αντίστοιχα, η μεγαλύτερη κατά κεφαλήν επιβάρυνση παρατηρείται στη Γερμανία με 662 ευρώ κατά κεφαλήν και 625 ευρώ στη Μ. Βρετανία, ενώ η ελάχιστη επιβάρυνση καταγράφεται στη Ρουμανία με 131 ευρώ κατ΄ άτομο.
Στην Ελλάδα, από το συνολικό κόστος των 3,4 δις. ευρώ, τα 2,3 δισ. ή το 68% αφορούν άμεσες δαπάνες υγείας και τα 1,1 δισ. ευρώ (32%) έμμεσες απώλειες.
Οι άμεσες δαπάνες συνδέονται κυρίως με τον διαβήτη τύπου 2 (στα 0,9 δισ. ευρώ), τις μυοσκελετικές παθήσεις (τα 0,4 δισ. ευρώ) και τα καρδιαγγειακά νοσήματα (0,2 δισ. ευρώ).
Στο έμμεσο κόστος, οι απουσίες από την εργασία και η μειωμένη παραγωγικότητα αποτιμώνται σε 0,3 δισ. ευρώ η καθεμία, ενώ η επιβάρυνση από την άτυπη φροντίδα των ασθενών υπολογίζεται σε 0,2 δισ. ευρώ. Τόσο η οικονομική αδράνεια λόγω ασθένειας, όσο και η πρόωρη θνησιμότητα, εκτιμώνται σε 0,1 δισ. ευρώ η κάθε μία.
Ο σχετικά υψηλός αριθμός απουσιών από την εργασία στην Ελλάδα αυξάνουν την έμμεση επιβάρυνση.
Αντίθετα, η μειωμένη απασχόληση στις μεγαλύτερες ηλικίες, όπου ο αυξημένος ΔΜΣ είναι συχνότερος, περιορίζει το ύψος των απωλειών παραγωγικότητας.
Προτάσεις
Καθώς η Ευρώπη προχωρεί στην υλοποίηση του Σχεδίου EU Safe Hearts, η μελέτη επισημαίνει την ανάγκη συντονισμένης αντιμετώπισης των καρδιαγγειακών νοσημάτων, μαζί με την παχυσαρκία και τον διαβήτη.
Η έκθεση επισημαίνει την ανάγκη επίσημης αναγνώρισης της παχυσαρκίας ως χρόνιας νόσου, με μεγαλύτερη έμφαση στην πρόληψη, τη θεραπεία και την καταπολέμηση του στίγματος και των προκαταλήψεων.
Παράλληλα, ζητά να συνεκτιμώνται οι ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις στον σχεδιασμό και την αξιολόγηση των πολιτικών.
Στην κατεύθυνση αυτή, καταθέτει πέντε βασικές συστάσεις:
- Αναγνώριση της παχυσαρκίας ως νόσου: Επίσημη αναγνώρισή της ως χρόνιας, υποτροπιάζουσας νόσου, με στόχο την καλύτερη παρακολούθηση, χρηματοδότηση και πρόσβαση σε ολοκληρωμένη φροντίδα.
- Αντιμετώπιση του στίγματος: Πολιτικές που προάγουν τη συμπερίληψη και μετατοπίζουν την έμφαση από την ατομική ευθύνη σε συστημικές λύσεις.
- Καλύτερη πρόσβαση στην πρόληψη και τη θεραπεία: Ολοκληρωμένη φροντίδα που συνδυάζει έγκαιρη διάγνωση με παρεμβάσεις συμπεριφορικής αλλαγής, φαρμακευτική θεραπεία και, όπου απαιτείται, τη μεταβολική και βαριατρική χειρουργική (MBS).
- Ισχυρότερη τεκμηρίωση για επενδύσεις: Παραγωγή τεκμηριωμένων στοιχείων σχετικά με τα ευρύτερα οικονομικά και κοινωνικά οφέλη των παρεμβάσεων για την παχυσαρκία, συμπεριλαμβανομένων της παραγωγικότητας, της συμμετοχής στην αγορά εργασίας και της μείωσης των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας.
- Ένταξη της παχυσαρκίας στο Σχέδιο EU Safe Hearts: Συγκεκριμένοι στόχοι για την ανίχνευση και τη διαχείρισή της, μεταξύ άλλων μέσω προληπτικών ελέγχων, συμβάλλοντας στη μείωση της πρόωρης θνησιμότητας από καρδιαγγειακά νοσήματα έως το 2035.
Ο Γενικός Διευθυντής του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδος Μιχάλης Χειμώνας, αναφερόμενος στη μελέτη τόνισε ότι τα ευρήματά της «αναδεικνύουν ότι η παχυσαρκία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις δημόσιας υγείας, με σοβαρές επιπτώσεις όχι μόνο στην υγεία και την ποιότητα ζωής των πολιτών, αλλά και στη βιωσιμότητα των συστημάτων υγείας, την παραγωγικότητα και την κοινωνική συνοχή.
Η αντιμετώπισή της απαιτεί μια νέα, ολιστική προσέγγιση, χωρίς προκαταλήψεις και στιγματισμό, που θα αναγνωρίζει την παχυσαρκία ως χρόνια νόσο και θα επενδύει στην πρόληψη, την έγκαιρη διάγνωση και την ολοκληρωμένη, επιστημονικά τεκμηριωμένη φροντίδα. Με τη συνεργασία της Πολιτείας, της επιστημονικής κοινότητας και όλων των εμπλεκόμενων φορέων, μπορούμε να βελτιώσουμε ουσιαστικά τα αποτελέσματα υγείας, να περιορίσουμε την οικονομική και κοινωνική επιβάρυνση και να οικοδομήσουμε μια πιο υγιή και ανθεκτική κοινωνία».
Πηγή: in.gr






































