Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει αποκτήσει σημαντική έκθεση στην αγορά δημοτικών ομολόγων των ΗΠΑ, επενδύοντας σε χρέος εκατοντάδων πόλεων, νοσοκομείων, σχολείων, οργανισμών κοινής ωφέλειας και άλλων δημόσιων φορέων. Το ιδιαίτερο στοιχείο είναι ότι αρκετοί από αυτούς τους εκδότες επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα από αποφάσεις της ομοσπονδιακής κυβέρνησης που ηγείται ο ίδιος.
Σύμφωνα με ανάλυση των οικονομικών δηλώσεων του προέδρου, ο Τραμπ είχε στο τέλος του 2025 συνολικά 807 θέσεις σε δημοτικά ομόλογα, με δηλωμένη αξία μεταξύ 240,7 και 797,6 εκατ. δολαρίων. Έκτοτε έχει γνωστοποιήσει τουλάχιστον 243 νέες αγορές, ύψους 68,2 έως 233,8 εκατ. δολαρίων.
Συνολικά, το χαρτοφυλάκιο ξεπερνά πλέον τις 1.000 θέσεις και η αξία του εκτιμάται μεταξύ 300 εκατ. και 1 δισ. δολαρίων, καθώς οι ομοσπονδιακές δηλώσεις χρησιμοποιούν μεγάλα εύρη και δεν αποτυπώνουν τις μεταγενέστερες μεταβολές των τιμών.
Ο Τζάστιν Μάρλοου, διευθυντής του Center for Municipal Finance του University of Chicago, μιλώντας στο CNBC χαρακτήρισε το μέγεθος της έκθεσης εξαιρετικά ασυνήθιστο για έναν ιδιώτη επενδυτή. Όπως σημειώνει, ένα χαρτοφυλάκιο που πλησιάζει το 1 δισ. δολάρια θυμίζει περισσότερο θεσμικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο παρά προσωπική τοποθέτηση.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή τα δημοτικά ομόλογα συνδέονται με φορείς των οποίων η οικονομική κατάσταση μπορεί να επηρεαστεί από ομοσπονδιακές πολιτικές. Η ανάλυση δείχνει, για παράδειγμα, ότι οι λογαριασμοί του Τραμπ αγόρασαν ομόλογα που συνδέονται με τρεις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με άνθρακα, οι οποίες επηρεάστηκαν από αποφάσεις της κυβέρνησης για την περιβαλλοντική νομοθεσία.

Ο Τραμπ αγοράζει ομόλογα που επηρεάζει
Τον Φεβρουάριο του 2025 αγοράστηκαν ομόλογα ύψους 50.001 έως 100.000 δολαρίων που συνδέονταν με το εργοστάσιο Plant Bowen της Georgia Power. Λίγες εβδομάδες αργότερα, ο Τραμπ υπέγραψε προεδρική διακήρυξη που παρείχε προσωρινή απαλλαγή σε μονάδες άνθρακα, μεταξύ των οποίων και οι τέσσερις μονάδες του Bowen, από αυστηρότερους περιορισμούς για την ατμοσφαιρική ρύπανση. Ακολούθησαν νέες αγορές ομολόγων που συνδέονταν με άλλες δύο μονάδες.
Παρόμοια εικόνα εμφανίζεται στον τομέα της ενέργειας. Τον Ιούλιο του 2025 ο Τραμπ υπέγραψε εκτελεστικό διάταγμα για την επιτάχυνση των αδειοδοτήσεων κατασκευής data centers και των υποδομών που απαιτούνται για την τροφοδοσία τους. Τους επόμενους μήνες οι λογαριασμοί του αγόρασαν ομόλογα της Omaha Public Power District, ενός οργανισμού που αναμένεται να επενδύσει σημαντικά σε ηλεκτροπαραγωγική δυναμικότητα λόγω της αυξανόμενης ζήτησης από data centers.
Σημαντική είναι επίσης η έκθεση του Τραμπ στον χώρο της υγείας. Στο τέλος του 2025 κατείχε 72 δημοτικές ομολογιακές θέσεις που συνδέονταν με νοσοκομεία και συστήματα υγείας, συνολικής αξίας περίπου 24,2 έως 76,3 εκατ. δολαρίων. Πολλοί από αυτούς τους οργανισμούς εξαρτώνται από τις πληρωμές του Medicaid, οι οποίες επηρεάζονται από τις αλλαγές στη χρηματοδότηση του αμερικανικού συστήματος υγείας.
Οι οικονομικές δηλώσεις, πάντως, δεν αποδεικνύουν ότι ο Τραμπ ή οι διαχειριστές των επενδύσεών του έδρασαν με βάση εκ των προτέρων γνώση κυβερνητικών αποφάσεων ή ότι οι προσωπικές επενδύσεις του επηρέασαν τη χάραξη πολιτικής. Ο Λευκός Οίκος και ο Trump Organization υποστηρίζουν ότι το χαρτοφυλάκιο διαχειρίζονται ανεξάρτητα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία έχουν την αποκλειστική αρμοδιότητα για τις αγοραπωλησίες.
Ωστόσο, ειδικοί σε θέματα δεοντολογίας επισημαίνουν στο CNBC ότι η εξωτερική διαχείριση δεν εξαλείφει κατ’ ανάγκην το ζήτημα, όταν ένας πρόεδρος κατέχει συγκεκριμένα ομόλογα φορέων που επηρεάζονται από ομοσπονδιακές πολιτικές. Η περίπτωση είναι ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη λόγω της μεγάλης κλίμακας των επενδύσεων και της ταυτόχρονης διεύρυνσης της αγοράς δημοτικών ομολόγων.
Η αγορά αυτή γνώρισε ιστορική ανάπτυξη το 2025, όταν οι πολιτειακές και τοπικές αρχές εξέδωσαν ομόλογα ύψους περίπου 580 δισ. δολαρίων. Η ζήτηση παραμένει ισχυρή, καθώς τα δημοτικά ομόλογα προσφέρουν εισόδημα που, στις περισσότερες περιπτώσεις, απαλλάσσεται από τον ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος. Για έναν επενδυτή με μεγάλο χαρτοφυλάκιο, επομένως, αποτελούν ελκυστικό εργαλείο διαφοροποίησης. Στην περίπτωση όμως του προέδρου, το μέγεθος και η σύνδεση ορισμένων εκδοτών με κυβερνητικές αποφάσεις προσθέτουν μια ιδιαίτερη διάσταση στη συζήτηση για τη σύγκρουση συμφερόντων.


































