Η Αθήνα προσέρχεται στο Eurogroup γνωρίζοντας ότι η μάχη δεν αφορά μια γενικευμένη δημοσιονομική εξαίρεση, αλλά για να μην κλείσει οριστικά η συζήτηση πριν φτάσει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της επόμενης εβδομάδας.
Η επιστολή του Κυριάκου Μητσοτάκη προς την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δεν έχει λάβει θεσμικά αρνητική απάντηση, τα μηνύματα όμως που έχουν φτάσει από τις Βρυξέλλες περιορίζουν αισθητά τις ελληνικές προσδοκίες.
Η Κομισιόν αποδέχεται την ανάγκη στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που πλήττονται περισσότερο, αλλά δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αφήσει έναν νέο κύκλο επιδοτήσεων και φορολογικών ελαφρύνσεων να σπάσουν τους δημοσιονομικούς κανόνες.
Η σημερινή συνεδρίαση δεν πρόκειται να καταλήξει σε επίσημη απάντηση στην επιστολή του πρωθυπουργού, ωστόσο θα αποτελέσει την πρώτη ολοκληρωμένη καταγραφή των συσχετισμών ανάμεσα στις κυβερνήσεις που ζητούν πρόσθετο χώρο για την ενεργειακή κρίση και στις χώρες που φοβούνται ότι μια νέα εξαίρεση θα ανοίξει ρήγμα στο Σύμφωνο Σταθερότητας.
Για την Αθήνα το ζητούμενο είναι να μετατραπεί το ελληνικό και ιταλικό πρόβλημα σε ευρύτερο ευρωπαϊκό αίτημα. Εάν αυτό δεν συμβεί στο Eurogroup, θα είναι δύσκολο να αλλάξει η κατεύθυνση στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της ερχόμενης εβδομάδας.
Αναζήτηση ενιαίου μετώπου
Η πιο σημαντική εξέλιξη των τελευταίων ωρών ήρθε από τη Ρώμη, όπου ο Ιταλός υπουργός Οικονομικών Τζανκάρλο Τζορτζέτι δήλωσε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη την αύξηση του πληθωρισμού όταν αξιολογεί τις αποκλίσεις των κρατών από τους δημοσιονομικούς στόχους.
Η παρέμβαση εξειδικεύει πολιτικά την επιστολή της Τζόρτζια Μελόνι και φέρνει την ιταλική θέση πιο κοντά στην ελληνική επιχειρηματολογία, σύμφωνα με την οποία τα απρόβλεπτα έσοδα που δημιουργεί η ακρίβεια δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ανεξάρτητα από τις πρόσθετες ανάγκες στήριξης που προκαλεί η ίδια κρίση.
Στη συζήτηση προσέρχεται και η Κύπρος ζητώντας πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο και ευρωπαϊκή απάντηση στο ενεργειακό κόστος. Αυτό δεν σημαίνει ότι έχει ήδη σχηματιστεί η κρίσιμη μάζα που χρειάζονται Αθήνα και Ρώμη, δείχνει όμως ότι η πίεση αρχίζει να ξεπερνά τα όρια των δύο χωρών.
Οι παρασκηνιακές διαβουλεύσεις επικεντρώνονται στο εάν μπορεί να δημιουργηθεί μια ενδιάμεση φόρμουλα που δεν θα μοιάζει με γενική αναστολή των κανόνων. Στο τραπέζι βρίσκονται ένα ανώτατο δημοσιονομικό όριο για τις παρεμβάσεις, η αυστηρή στόχευση σε χαμηλά εισοδήματα και συγκεκριμένους παραγωγικούς κλάδους, η περιορισμένη χρονική διάρκεια και η αυτόματη λήξη των μέτρων όταν οι τιμές της ενέργειας υποχωρήσουν κάτω από ένα προκαθορισμένο επίπεδο.
Ακόμη και αυτή η περιορισμένη λύση, ωστόσο, συναντά αντιστάσεις. Η Γερμανία, η Ολλανδία και άλλες χώρες που επιμένουν στη δημοσιονομική πειθαρχία δεν θέλουν να δημιουργηθεί προηγούμενο, ενώ η αναταραχή στη γαλλική αγορά ομολόγων ενισχύει το επιχείρημα ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να προστατεύσουν την αξιοπιστία των προϋπολογισμών τους.
Το αίτημα για τα έσοδα του ΦΠΑ
Η ελληνική πρόταση δεν περιορίζεται σε ένα γενικό αίτημα χαλάρωσης. Αντίθετα, ο πρωθυπουργός ζητά να μπορούν τα κράτη να αξιοποιούν μέρος των πρόσθετων εσόδων από το ΦΠΑ που προκύπτουν από την απρόβλεπτη άνοδο του γενικού επιπέδου των τιμών, χρηματοδοτώντας προσωρινά μέτρα χωρίς η σχετική δαπάνη να επιβαρύνει πλήρως τον εθνικό δείκτη καθαρών δαπανών.
Το δημοσιονομικό παράδοξο βρίσκεται στο γεγονός ότι ο πληθωρισμός αυξάνει ονομαστικά τις εισπράξεις από τον ΦΠΑ και βελτιώνει το αποτέλεσμα του προϋπολογισμού, χωρίς να διευρύνει αυτομάτως το ανώτατο όριο των επιτρεπόμενων δαπανών. Το κράτος μπορεί να διαθέτει ταμειακά τα πρόσθετα έσοδα, αλλά για να τα επιστρέψει στην αγορά πρέπει είτε να περιορίσει άλλες δαπάνες είτε να εξασφαλίσει ευρωπαϊκή ευελιξία.
Αυτό ακριβώς θα επιχειρήσει να εξηγήσει η ελληνική πλευρά στο Eurogroup, υποστηρίζοντας ότι δεν ζητεί να χρηματοδοτήσει μόνιμες παροχές με δανεικά, αλλά να χρησιμοποιήσει ένα μέρος των έκτακτων εσόδων που δημιουργεί η ίδια η ενεργειακή ακρίβεια. Η Κομισιόν φοβάται, από την άλλη πλευρά, ότι η αναγνώριση των πληθωριστικών εσόδων ως αυτοτελούς πηγής δημοσιονομικού χώρου θα μπορούσε να μετατραπεί σε μόνιμη διέξοδο από τις οροφές δαπανών.
Η γραμμή της Κομισιόν
Η πρόεδρος της Επιτροπής τάχθηκε κατά των «οριζόντιων παροχών», υποστηρίζοντας ότι αυξάνουν τη ζήτηση ενέργειας, ευνοούν αναλογικά περισσότερο τα υψηλότερα εισοδήματα και δημιουργούν δυσανάλογο δημοσιονομικό κόστος. Η ομιλία της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν συνιστά επίσημη απάντηση στην Αθήνα, αλλά το πολιτικό της μήνυμα είναι δύσκολο να παρερμηνευθεί.
Η θέση αυτή αποτυπώνεται και στο κείμενο που θα αποτελέσει τη βάση της συζήτησης στο Eurogroup. Από την έναρξη της νέας ενεργειακής κρίσης, 25 κράτη-μέλη έχουν θεσπίσει μέτρα στήριξης συνολικού κόστους 17,9 δισ. ευρώ ή περίπου 0,1% του ΑΕΠ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περισσότερα από τα δύο τρίτα κατευθύνθηκαν σε μη στοχευμένες παρεμβάσεις στις τιμές, επιλογή που η Επιτροπή θεωρεί ακριβή, κοινωνικά αναποτελεσματική και ασύμβατη με την προσπάθεια περιορισμού της κατανάλωσης ορυκτών καυσίμων.
Η Κομισιόν προκρίνει προσωρινά επιδόματα με εισοδηματικά κριτήρια, ενισχύσεις σε ευάλωτες επιχειρήσεις και επενδύσεις στα δίκτυα, στην αποθήκευση και στην ενεργειακή εξοικονόμηση. Η επίσημη ευρωπαϊκή γραμμή παραμένει ότι κάθε παρέμβαση πρέπει να είναι στοχευμένη, έγκαιρη και προσωρινή, διατηρώντας παράλληλα τα κίνητρα περιορισμού της ζήτησης.
Οι ενστάσεις δεν είναι μόνο θεσμικές. Η νέα άνοδος των αποδόσεων και η δημοσιονομική κρίση εμπιστοσύνης στη Γαλλία λειτουργούν ως προειδοποίηση. Οι αγορές τιμωρούν πλέον τις χώρες στις οποίες αμφισβητούν την πολιτική δυνατότητα ελέγχου των ελλειμμάτων, ενώ το ΔΝΤ προειδοποίησε χθες για τον συνδυασμό ενεργειακού σοκ και ιστορικά υψηλού δημόσιου χρέους, ζητώντας αξιόπιστη δημοσιονομική προσαρμογή.
Σε αυτό το περιβάλλον, η Επιτροπή δεν θέλει να δώσει την εικόνα ότι το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο αρχίζει να γεμίζει εξαιρέσεις μόλις δύο χρόνια μετά τη μεταρρύθμισή του.
Ο διπλός ρόλος του Πιερρακάκη
Η αυριανή συνεδρίαση έχει μια ιδιαίτερη πολιτική δυσκολία για τον Κυριάκο Πιερρακάκη. Ως πρόεδρος του Eurogroup καλείται να οργανώσει τη συζήτηση και να αναζητήσει κοινό τόπο μεταξύ των υπουργών. Ως υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών γνωρίζει ότι από τους συσχετισμούς που θα διαμορφωθούν εξαρτάται ο χώρος που θα έχει η ελληνική κυβέρνηση για να αντιμετωπίσει έναν δύσκολο ενεργειακά χειμώνα.
Η επίσημη ατζέντα περιλαμβάνει την επίδραση της ενεργειακής κρίσης στην οικονομία, την αποτελεσματικότητα των δημόσιων οικονομικών και τον συντονισμό της δημοσιονομικής πολιτικής. Το ελληνικό αίτημα δεν αναμένεται να τεθεί ως χωριστή πρόταση προς έγκριση, θα βρίσκεται όμως πίσω από ολόκληρη τη συζήτηση για το ποια μέτρα θεωρούνται αποδεκτά και ποιος θα αναλάβει το κόστος τους.
Τα 400 εκατ. ευρώ και η εναλλακτική άμυνα
Σύμφωνα με πηγές του οικονομικού επιτελείου, η κυβέρνηση διαθέτει πρόσθετο περιθώριο 200 εκατ. ευρώ για το τελευταίο τρίμηνο του 2026 και ακόμη 200 εκατ. ευρώ για το πρώτο τρίμηνο του 2027. Πέρα από αυτά τα ποσά, ο προϋπολογισμός δεν περιλαμβάνει ( προς ώρας) άλλη εφεδρεία για την αντιμετώπιση μιας παρατεταμένης ενεργειακής αναταραχής ή για νέο γύρο οριζόντιων επιδοτήσεων.
Η ήδη συμφωνημένη ευελιξία για επενδύσεις ενεργειακής ασφάλειας δεν λύνει το άμεσο πρόβλημα. Το περιθώριο έως 0,3% του ΑΕΠ ετησίως και σωρευτικά 0,6% έως το 2028 μπορεί να καλύψει έργα δικτύων, αποθήκευσης και εξοικονόμησης, όχι μειώσεις του ΕΦΚ, επιδότηση στην αντλία ή γενικευμένα επιδόματα. Οι σχετικές ευρωπαϊκές οδηγίες αποκλείουν ρητά από την επενδυτική ευελιξία τις μειώσεις φόρων στα ορυκτά καύσιμα και τις επιδοτήσεις που δεν δημιουργούν μόνιμη ενεργειακή ανθεκτικότητα.
Εάν η διαπραγμάτευση δεν ανοίξει πρόσθετο χώρο, το σχέδιο Β προβλέπει αυστηρή στόχευση της στήριξης στα χαμηλότερα εισοδήματα, στις ψυχρότερες περιοχές και σε κλάδους όπως η γεωργία, οι μεταφορές και η ενεργοβόρος βιομηχανία. Η κυβέρνηση θα επιδιώξει παράλληλα μεγαλύτερη συμμετοχή των διυλιστηρίων και των ενεργειακών εταιρειών, ενώ κάθε πρόσθετη κρατική παρέμβαση θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί με ανακατανομή δαπανών.




































