Η Ελλάδα καταγράφει τις περισσότερες ώρες εργασίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά παραμένει στις τελευταίες θέσεις της παραγωγικότητας, αποκαλύπτοντας το βαθύτερο πρόβλημα που εμποδίζει τη μετατροπή της οικονομικής ανάπτυξης σε υψηλότερα εισοδήματα. Το 2025 οι εργαζόμενοι στη χώρα απασχολούνταν κατά μέσο όρο 39,6 ώρες την εβδομάδα, έναντι 35,9 ωρών στην ΕΕ, την ώρα που η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο, προσαρμοσμένη στην αγοραστική δύναμη, αντιστοιχούσε μόλις στο 67,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Η σύγκριση με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές οικονομίες είναι αποκαλυπτική. Με την παραγωγικότητα της ΕΕ στις 100 μονάδες, η Γερμανία βρισκόταν στις 103,5, η Γαλλία στις 107,2 και η Ιταλία στις 103,1, ενώ ακόμη και χώρες με χαμηλότερα εισοδήματα, όπως η Πορτογαλία και η Πολωνία, εμφάνιζαν σημαντικά καλύτερες επιδόσεις, με 79,6 και 84,9 μονάδες αντίστοιχα. Η Ελλάδα, με 67,1 μονάδες, παρέμενε περίπου 33% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, παρά την ανάκαμψη του ΑΕΠ και την ενίσχυση των επενδύσεων.
Τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Eurostat, αναδεικνύουν την κρυφή παγίδα πίσω από τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Η ελληνική οικονομία παράγει περισσότερο συνολικά, αλλά εξακολουθεί να δημιουργεί συγκριτικά χαμηλή αξία ανά εργαζόμενο, με αποτέλεσμα η σύγκλιση των εισοδημάτων με την Ευρώπη να προχωρά πολύ πιο αργά από όσο δείχνει η οικονομική ανάκαμψη.
Περισσότερη δουλειά, λιγότερη παραγωγή
Η εικόνα γίνεται πιο χαρακτηριστική όταν συγκριθούν οι ώρες εργασίας. Στην Ελλάδα ο μέσος εβδομαδιαίος χρόνος απασχόλησης έφτανε τις 39,6 ώρες το 2025, όταν στη Γερμανία περιοριζόταν στις 33,9 και στην Ολλανδία στις 31,9 ώρες. Παρότι οι συγκρίσεις επηρεάζονται από τη διαφορετική αναλογία πλήρους και μερικής απασχόλησης, αναδεικνύουν μια ουσιαστική αντίφαση. Οι περισσότερες ώρες εργασίας δεν συνεπάγονται υψηλότερη παραγωγικότητα, όταν η εργασία δεν υποστηρίζεται από σύγχρονο εξοπλισμό, τεχνολογία και αποτελεσματική οργάνωση.
Το πρόβλημα δεν είναι η εργατικότητα των Ελλήνων ούτε οι αυξήσεις των μισθών, οι οποίες είναι αναγκαίες για τη βελτίωση της αγοραστικής δύναμης. Είναι η αδυναμία του παραγωγικού μοντέλου να δημιουργεί μεγαλύτερη οικονομική αξία από την εργασία, περιορίζοντας τις δυνατότητες για υψηλότερες και διατηρήσιμες πραγματικές αποδοχές.
Υπάρχουν, πάντως, ενδείξεις βελτίωσης, όπως είναι η πραγματική παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας, η οποία αυξήθηκε στην Ελλάδα κατά περίπου 2,3% το 2025, έναντι 1,4% στην ΕΕ. Η εξέλιξη αυτή δείχνει ότι η χώρα μπορεί να περιορίσει την απόσταση από τους εταίρους της, αλλά ένας υψηλότερος ετήσιος ρυθμός δεν αρκεί για να ανατρέψει τη μεγάλη υστέρηση που έχει συσσωρευτεί επί δεκαετίες.
Το επενδυτικό κενό που δεν κλείνει
Στην καρδιά του προβλήματος βρίσκεται η μεγάλη επενδυτική κατάρρευση της προηγούμενης δεκαετίας, η οποία άφησε την ελληνική οικονομία με περιορισμένο παραγωγικό κεφάλαιο και καθυστέρησε την ανανέωση του εξοπλισμού των επιχειρήσεων. Παρά την ανάκαμψη των επενδύσεων τα τελευταία χρόνια, ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι το επενδυτικό έλλειμμα παραμένει μεγάλο και συνεχίζει να περιορίζει την παραγωγικότητα.
Η αύξηση των συνολικών επενδύσεων δεν αρκεί από μόνη της για να αλλάξει αυτή την εικόνα. Καθοριστική σημασία έχει η κατεύθυνση των κεφαλαίων προς μηχανολογικό εξοπλισμό, ψηφιακά συστήματα, έρευνα, καινοτομία και παραγωγικές δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας, ώστε η ανάπτυξη να αποκτήσει ισχυρότερη και πιο διατηρήσιμη βάση.
Η πρόκληση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη καθώς πλησιάζει η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης. Η Ελλάδα θα χρειαστεί να διατηρήσει την επενδυτική της δυναμική με μικρότερη στήριξη από έκτακτους ευρωπαϊκούς πόρους, εξασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι επενδύσεις μεταφράζονται σε πραγματική αύξηση της παραγωγικής ικανότητας.
Το τεχνολογικό χάσμα μεγαλώνει την απόσταση
Η υστέρηση αποτυπώνεται και στο ανθρώπινο δυναμικό της ψηφιακής οικονομίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2025, οι ειδικοί τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών αντιστοιχούσαν μόλις στο 2,5% της συνολικής απασχόλησης στην Ελλάδα, έναντι 5% στην ΕΕ. Με άλλα λόγια, η ελληνική οικονομία διαθέτει αναλογικά τους μισούς εξειδικευμένους εργαζομένους σε έναν τομέα που αποτελεί βασικό μοχλό τεχνολογικής αναβάθμισης και αύξησης της παραγωγικότητας.
Το έλλειμμα αυτό συνδέεται με τη διάρθρωση της ελληνικής επιχειρηματικότητας, η οποία χαρακτηρίζεται από μεγάλη συγκέντρωση πολύ μικρών επιχειρήσεων. Πολλές από αυτές δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν σύγχρονο εξοπλισμό, να προσελκύσουν εξειδικευμένο προσωπικό και να επενδύσουν στην καινοτομία, με αποτέλεσμα να παραμένουν εγκλωβισμένες σε δραστηριότητες περιορισμένης προστιθέμενης αξίας.
Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η τεχνολογική υστέρηση, οι δυσκολίες χρηματοδότησης και τα εμπόδια στην επιχειρηματική μεγέθυνση περιορίζουν τη δυνατότητα της Ελλάδας να αυξήσει την παραγωγικότητά της. Το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται απλώς με περισσότερες επιχειρήσεις ή περισσότερες θέσεις εργασίας, αλλά με ισχυρότερες παραγωγικές μονάδες, καλύτερη οργάνωση και μεγαλύτερη αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Γιατί δεν γινόμαστε πλουσιότεροι
Όταν μια οικονομία παράγει συγκριτικά μικρότερη αξία ανά εργαζόμενο, διαθέτει ασθενέστερη παραγωγική βάση για να στηρίξει μακροπρόθεσμα υψηλότερους πραγματικούς μισθούς και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι μισθολογικές αυξήσεις πρέπει να περιμένουν τη βελτίωση της παραγωγικότητας. Η ενίσχυση των αποδοχών είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης, ιδιαίτερα μετά τις μεγάλες ανατιμήσεις των τελευταίων ετών, ενώ μπορεί να συμβάλει στην προσέλκυση και διατήρηση εξειδικευμένων εργαζομένων. Παράλληλα, όμως, απαιτείται ένα παραγωγικό μοντέλο που θα δημιουργεί περισσότερη αξία, με τα οφέλη της ανάπτυξης να κατανέμονται δικαιότερα μεταξύ επιχειρήσεων και εργαζομένων.













![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Ε]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akin.jpg)





















