Tον Δεκέμβριο προβλέπουν οι οικονομολόγοι ότι θα αυξήσει ξανά τα επιτόκια Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μετά από μια παύση στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας, σε αντίθεση με τις προβλέψεις της αγοράς για πολύ περισσότερες αυξήσεις στο μέλλον.
Σύμφωνα με έρευνα του Bloomberg, η συντριπτική πλειονότητα των ερωτηθέντων εκτιμά ότι το επιτόκιο καταθέσεων θα αυξηθεί κατά 0,25%, φτάνοντας στο 2,75% κατά την τελευταία συνεδρίαση της ΕΚΤ για το 2026, και θα παραμείνει σε αυτό το επίπεδο έως τον Μάιο του 2028.
Αντίθετα, οι επενδυτές προβλέπουν τρεις ακόμη αυξήσεις κατά τη διάρκεια του επόμενου έτους.
Τελευταία αύξηση της ΕΚΤ τον Δεκέμβριο
Τα ευρήματα εδραιώνουν μια μακροχρόνια διαφωνία μεταξύ οικονομολόγων και επενδυτών σχετικά με το πόσο επιθετικά θα πρέπει να κινηθούν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής προκειμένου να επαναφέρουν τον πληθωρισμό στον στόχο του 2% από σχεδόν το διπλάσιο που βρίσκεται τώρα. Ενώ η προσοχή των επενδυτών είναι προσηλωμένη στη σταθερή άνοδο των τιμών του πετρελαίου, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι για την ώρα δεν φαίνονται δευτερογενείς επιπτώσεις στον πληθωρισμό, άποψη την οποία συμμερίζεται και η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, η οποία πρόσφατα δήλωσε ότι «δεν βλέπουμε ακόμη κάτι τέτοιο, αλλά πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί ώστε να εντοπίζουμε μικρά σημάδια ή ενδείξεις τέτοιων δευτερογενών επιδράσεων».
«Εξακολουθούν να μην υπάρχουν ενδείξεις ότι ο πληθωρισμός στην ενέργεια διαχέεται στη γενικότερη διαμόρφωση των μισθών και των τιμών», δήλωσε στο Bloomberg ο Bas van Geffen, οικονομολόγος της Rabobank. «Η ΕΚΤ δεν χρειάζεται να επιταχύνει τον κύκλο αυξήσεων και μπορεί να περιμένει μέχρι τον Δεκέμβριο».
Οι προοπτικές του Σεπτεμβρίου προέβλεπαν αύξηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος κατά 0,9% φέτος και 1,4% το 2027, συνοδευόμενη από αυξήσεις στις τιμές καταναλωτή κατά 3% και 2,5%. Σε ένα δυσμενές σενάριο, ο πληθωρισμός προβλεπόταν να φτάσει το 3,1% και το 3,2%.
Με τις τιμές του πετρελαίου να ξεπερνούν τα 110 δολάρια το βαρέλι, περισσότεροι από δύο στους τρεις οικονομολόγους θεωρούν ότι η οικονομία της ευρωζώνης βρίσκεται σε χειρότερη κατάσταση από το βασικό σενάριο του Σεπτεμβρίου.
«Όσο περισσότερο ο γενικός πληθωρισμός παραμένει υψηλός, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να παραβλεφθούν οι δευτερογενείς επιπτώσεις στους μισθούς, στις τιμές και στις προσδοκίες», δήλωσε ο Dennis Shen, λέκτορας στο International School of Management στο Βερολίνο. «Για την ΕΚΤ, μια υπέρβαση του στόχου για τον πληθωρισμό αποτελεί πλέον πολύ μεγαλύτερο μεσοπρόθεσμο κίνδυνο από μια υποχώρηση κάτω από αυτόν».
Καθοδικοί οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη
Πέραν της Μέσης Ανατολής, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αξιολογούν το πόσο αυξάνει η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων τη σύσφιγξη των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Η Κριστίν Λαγκάρντ και άλλοι υποστήριξαν ότι αυτό θα συγκρατήσει την οικονομική ανάπτυξη και θα περιορίσει τη μετακύλιση των ανατιμήσεων της ενέργειας στον πληθωρισμό.
Με την απόδοση του γαλλικού ομολόγου αναφοράς να φτάνει το 5% αυτή την εβδομάδα για πρώτη φορά από το 2002, ορισμένοι επενδυτές βλέπουν ακόμη και τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης χρέους στην ευρώ. Φούντωσαν οι εικασίες σχετικά με το πόσο άσχημα θα έπρεπε να γίνουν τα πράγματα πριν η ΕΚΤ παρέμβει με τον αναξιοποίητο για την ώρα Μηχανισμό Προστασίας της Μετάδοσης (Transmission Protection Instrument – TPI).
Οι οικονομολόγοι θεωρούν ότι ο πήχης είναι πολύ υψηλός, με το 70% να αποκλείει την παρέμβαση υπό οποιαδήποτε μορφή και περίπου το 90% να αποκλείει το TPI, το οποίο σχεδιάστηκε για την αντιμετώπιση αδικαιολόγητων, άτακτων δυναμικών της αγοράς που απειλούν τη μετάδοση της πολιτικής σε ολόκληρη την ευρωζώνη.
«Η αύξηση των αποδόσεων των ομολόγων μπορεί να εξηγηθεί πολύ καλά από την ισχυρότερη παγκόσμια ζήτηση κεφαλαίων και την επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών σε πολλές χώρες», δήλωσε ο Karsten Junius, κύριος οικονομολόγος της Bank J Safra Sarasin. «Θα ήταν δύσκολο για την ΕΚΤ να δικαιολογήσει τη χρήση του TPI υπό αυτές τις συνθήκες».
Αυξανόμενοι κίνδυνοι σε πολλά μέτωπα
Ορισμένοι οικονομολόγοι θεωρούν πιθανά λιγότερο ριζοσπαστικά βήματα, όπως φραστικές παρεμβάσεις, ήπια σήματα για τα επιτόκια ή παύση της ποσοτικής σύσφιγξης, βάσει της οποίας η ΕΚΤ αφήνει το απόθεμα των ομολόγων που απέκτησε κατά τη διάρκεια παλαιότερων κρίσεων να λήξει χωρίς να τα ανανεώνει.
«Υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα που μπορεί να κάνει αυτή τη στιγμή η ΕΚΤ για να βοηθήσει τη Γαλλία, όσο η Γαλλία δεν είναι διατεθειμένη να βοηθήσει τον εαυτό της», δήλωσε ο Carsten Brzeski, παγκόσμιος επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING. «Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να κάνει η ΕΚΤ, καθώς οι αγορές ομολόγων αναλαμβάνουν τη δουλειά της ΕΚΤ, είναι να ακουστεί κάπως πιο ήπια (dovish) και να προσπαθήσει να περιορίσει τις προσδοκίες για αυξήσεις επιτοκίων».















![Τακτοποίησης Φορολογικών Υποχρεώσεων που προκύπτουν από την απώλεια ζωής [Μέρος Ε]](https://www.ot.gr/wp-content/uploads/2026/06/akin.jpg)

















