Η ελληνική οικονομία (όπως και συνολικά η ευρωπαϊκή) βρίσκεται μπροστά στο δυσάρεστο ενδεχόμενο να υποστεί και τρίτη αύξηση στα επιτόκια μέσα στο 2026, ενώ εξακολουθεί να προσπαθεί να απορροφήσει το κόστος της νέας ενεργειακής κρίσης. Η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και οι υψηλές τιμές του πετρελαίου τροφοδοτούν ξανά τον πληθωρισμό στην Ευρώπη. Αν οι πιέσεις επιμείνουν και περάσουν ευρύτερα στις τιμές αγαθών και υπηρεσιών, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ενδέχεται να παρέμβει εκ νέου μέσω των επιτοκίων.
Η ΕΚΤ έχει ήδη προχωρήσει σε δύο αυξήσεις, κατά τον περασμένο Ιούνιο, αλλά και τον Σεπτέμβριο. Με τη δεύτερη, το βασικό ανέβηκε στο 2,50%. Μια ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης θα το οδηγούσε στο 2,75%. Η ίδια η επικεφαλής της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ δεν έχει προαναγγείλει τέτοια κίνηση. Η μόνιμη επωδός δείχνει ότι αποφασίζει από συνεδρίαση σε συνεδρίαση, αξιολογώντας τον πληθωρισμό και την ένταση με την οποία μεταδίδεται η νομισματική πολιτική στην οικονομία. Στις τελευταίες προβολές της εκτιμά ότι ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% φέτος και στο 2,5% το 2027.
Επιτόκια: Οι αναλυτές δεν συμφωνούν για την τρίτη αύξηση
Η πιθανότητα νέας κίνησης έχει μπει στις προβλέψεις μεγάλων διεθνών οίκων. Οικονομολόγοι της Morgan Stanley, με επικεφαλής τον Jens Eisenschmidt, προβλέπουν αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Δεκέμβριο, εκτιμώντας ότι στους επόμενους μήνες θα αποτυπωθούν εντονότερα οι έμμεσες επιπτώσεις της ακριβότερης ενέργειας στον πληθωρισμό.
Υπάρχει, ωστόσο, και αντίθετη ανάγνωση. Ο Carsten Brzeski, επικεφαλής μακροοικονομικής ανάλυσης της ING, έχει υποστηρίξει ότι είναι δύσκολο να δικαιολογηθεί η ανάληψη κινδύνου ύφεσης για την αντιμετώπιση ενός σοκ που προέρχεται κυρίως από την προσφορά ενέργειας. Η προειδοποίηση φωτίζει το δίλημμα της ΕΚΤ. Τα υψηλότερα επιτόκια μπορούν να περιορίσουν τη ζήτηση και τις πληθωριστικές προσδοκίες, δε μπορούν όμως να αυξήσουν την προσφορά πετρελαίου.
Στην ίδια δυσκολία έχει σταθεί και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας. Έχει χαρακτηρίσει το ενεργειακό σοκ «στασιμοπληθωριστικό» ως προς τη φύση του, θεωρώντας ότι ανεβάζει τον πληθωρισμό, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τα πραγματικά εισοδήματα και την ανάπτυξη. Η πρόκληση για τη νομισματική πολιτική, όπως την έχει περιγράψει, είναι να αντιμετωπίσει τις ανατιμήσεις χωρίς να βαθύνει την επιβράδυνση.
Πρώτο πλήγμα στα δάνεια και στην κατανάλωση
Για την Ελλάδα, η πιο άμεση συνέπεια μιας τρίτης αύξησης θα ήταν η πρόσθετη πίεση στα δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου, εφόσον η μεταβολή περάσει στον δείκτη με τον οποίο συνδέεται κάθε σύμβαση. Η δόση των δανείων σταθερού επιτοκίου δεν επηρεάζεται όσο διαρκεί η σταθερή περίοδος. Παράλληλα, τα νέα στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια ενδέχεται να γίνουν ακριβότερα, περιορίζοντας τη δυνατότητα των νοικοκυριών να χρηματοδοτήσουν αγορές.

Τα περιθώρια είναι ήδη στενά. Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, τον Ιούλιο το μέσο επιτόκιο νέων δανείων ήταν 4,67%, ενώ το μέσο επιτόκιο νέων καταθέσεων μόλις 0,39%. Το χάσμα αυτό δείχνει γιατί μια νέα άνοδος δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη αντίστοιχο όφελος για τους αποταμιευτές.
Πλήγμα στις επενδύσεις
Η δεύτερη εστία πίεσης είναι οι επενδύσεις. Μια επιχείρηση που χρειάζεται νέο δάνειο ή αναχρηματοδότηση θα πρέπει να υπολογίσει υψηλότερο κόστος κεφαλαίου, την ώρα που ενέργεια και μεταφορές επιβαρύνουν ήδη τη λειτουργία της. Ο κίνδυνος είναι να αναβληθούν σχέδια επέκτασης ή προσλήψεις, ιδιαίτερα από μικρότερες επιχειρήσεις με περιορισμένες εναλλακτικές χρηματοδότησης.
Η σημασία του κινδύνου φαίνεται και από τη σύνθεση της πρόσφατης ανάπτυξης. Οι οικονομολόγοι της Eurobank, σε πρόσφατη ανάλυσή τους, καταγράφουν αύξηση του ελληνικού ΑΕΠ κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο, με βασικά στηρίγματα την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις. Είναι ακριβώς οι δύο κινητήρες που μπορούν να επηρεαστούν όταν το διαθέσιμο εισόδημα συμπιέζεται και η χρηματοδότηση ακριβαίνει.
Ο κίνδυνος για την ανάπτυξη και το χρέος
Η Τράπεζα της Ελλάδος προβλέπει ανάπτυξη 1,9% το 2026 και το 2027 και πληθωρισμό 3,8% φέτος. Μια τρίτη αύξηση επιτοκίων δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει αυτές τις προβλέψεις. Αν όμως συνδυαστεί με παρατεταμένα ακριβό πετρέλαιο, θα ενισχύσει τον κίνδυνο ασθενέστερης κατανάλωσης και επενδύσεων.
Πίεση μπορεί να εμφανιστεί και στο κόστος νέου δανεισμού του Δημοσίου, εφόσον ανέβουν οι αποδόσεις των ομολόγων. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυξάνεται αυτομάτως το κόστος εξυπηρέτησης ολόκληρου του υφιστάμενου χρέους. Η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι τα ελληνικά ομόλογα έχουν έως τώρα διατηρήσει την ανθεκτικότητά τους, παρότι οι αποδόσεις τους έχουν κινηθεί ανοδικά μαζί με τις ευρωπαϊκές.
Το μέγεθος της επίπτωσης θα κριθεί τελικά από τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης και των υψηλών επιτοκίων. Μία μεμονωμένη αύξηση 25 μονάδων βάσης θα επιβάρυνε σταδιακά την ελληνική οικονομία. Ένα παρατεταμένο κύμα ακριβής ενέργειας και ακριβού χρήματος θα ήταν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ τόσο για την πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών όσο και συνολικά για την οικονομία.





































