Σε 126.500 τόνους αξίας 865 εκατ. ευρώ ανήλθε η παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας το 2025, παρουσιάζοντας αύξηση 4% ως προς τον όγκο και σχεδόν 16% ως την αξία πωλήσεων σε σχέση με το προηγούμενο έτος, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση, που δημοσιεύθηκε από την Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (ΕΛΟΠΥ).
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ΕΛΟΠΥ, η ανάκαμψη της παραγωγής, η βελτίωση των τιμών, το ασφαλές επιχειρηματικό περιβάλλον και η εμπιστοσύνη από τους επενδυτές, αλλά και ο προβληματισμός για την αδυναμία επίλυσης βασικών θεσμικών ζητημάτων από την πολιτεία και η ανησυχία για το αυξημένο κόστος παραγωγής, αποτελούν τα βασικά συμπεράσματα για τις εξελίξεις του κλάδου για τη χρονιά που πέρασε.
Εξήχθησαν 97.400 τόνοι τσιπούρας και λαβρακιού, συνολικής αξίας 672 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 4% ως προς τον όγκο και 15% ως προς την αξία εξαγωγών
Η αύξηση στην παραγωγή και στην αξία, όπως αναφέρεται στην έκθεση «χαρακτηρίζει τον κλάδο της μεσογειακής υδατοκαλλιέργειας σε ευρωπαϊκό και σε διεθνές επίπεδο».
Ιχθυοκαλλιέργεια: Βελτιωμένες οι μέσες τιμές
Οι μέσες τιμές ήταν αισθητά βελτιωμένες και για τα δύο είδη σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά (+10% η τσιπούρα, +11% το λαβράκι).
Η άνοδος των τιμών συνδέεται κυρίως με τη μειωμένη παραγωγή από την βασική ανταγωνίστρια χώρα, αλλά και με τις συνεχιζόμενες πληθωριστικές πιέσεις.
Το 2025 οι τιμές καταναλωτή στην κατηγορία προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας στην Ε.Ε. αυξήθηκαν περαιτέρω κατά 3%, έπειτα από σωρευτική αύξηση άνω του 20% την περίοδο 2020–2024.
Οι εξαγωγές
Η ελληνική ιχθυοκαλλιέργεια διατήρησε τον έντονο εξαγωγικό προσανατολισμό της, συμβάλλοντας θετικά στο εμπορικό ισοζύγιο τροφίμων αφού το 82% της παραγωγής διατέθηκε σε 40 αγορές του εξωτερικού.
Συγκεκριμένα εξήχθησαν 97.400 τόνοι τσιπούρας και λαβρακιού, συνολικής αξίας 672 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 4% ως προς τον όγκο και 15% ως προς την αξία εξαγωγών.
Πέρα από τις τρεις παραδοσιακές αγορές της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Γαλλίας, ιδιαίτερη δυναμική παρουσιάζει το Ισραήλ, το οποίο τα τελευταία δύο χρόνια έχει αναδειχθεί σε σημαντικό εμπορικό εταίρο, καταλαμβάνοντας την τέταρτη θέση μεταξύ των κορυφαίων αγορών προορισμού των προϊόντων της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας.
«Οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές έχουν ήδη αυξήσει το κόστος παραγωγής κατά 10%, ενώ αναμένονται πρόσθετες επιβαρύνσεις το 2027»
Η αναδιάρθρωση του κλάδου και οι προκλήσεις
Σε επιχειρηματικό επίπεδο, η πρόοδος στην αναδιάρθρωση του κλάδου συνέβαλε στη σταθεροποίηση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Η επενδυτική δυναμική αποτυπώνεται και στην έγκριση πλήθους σχεδίων παραγωγικών επενδύσεων, συνολικού προϋπολογισμού 131 εκατ. ευρώ, τα οποία συγχρηματοδοτούνται από το Πρόγραμμα «Αλιεία, Υδατοκαλλιέργεια και Θάλασσα».
Παράλληλα, παραμένουν σημαντικές προκλήσεις. Οι συνεχιζόμενες καθυστερήσεις τόσο στην εφαρμογή όσο και στην αναθεώρηση του υφιστάμενου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για την υδατοκαλλιέργεια συντηρούν την αβεβαιότητα και δυσχεραίνουν τον μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό σχεδιασμό. Την ίδια στιγμή, οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές και την ενέργεια επιβαρύνουν το κόστος παραγωγής, ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στις επιχειρήσεις του κλάδου.
Πελεκάνης:
«Έπειτα από δύο διαδοχικά έτη υποχώρησης, η παραγωγή της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας ανέκαμψε, σε μια περίοδο περιορισμένης προσφοράς από τις ανταγωνίστριες χώρες. Αυτό οδήγησε στην βελτίωση των τιμών και κατ’ επέκταση στην ενίσχυση των οικονομικών αποτελεσμάτων του κλάδου. Ταυτόχρονα ανέδειξε τη σημασία της ισορροπίας μεταξύ διεθνούς προσφοράς και ζήτησης», σχολιάζει με αφορμή τη δημοσίευση της 12ης Ετήσιας Έκθεσης Υδατοκαλλιέργειας, ο Γιάννης Πελεκανάκης, Διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων της ΕΛΟΠΥ.
Ωστόσο, όπως αναφέρει, από τις αρχές του 2026, ο κλάδος αντιμετωπίζει αυξανόμενες πιέσεις στο κόστος παραγωγής. «Οι ανατιμήσεις στις ιχθυοτροφές έχουν ήδη αυξήσει το κόστος παραγωγής κατά 10%, ενώ αναμένονται πρόσθετες επιβαρύνσεις το 2027. Παράλληλα, η άνοδος του ενεργειακού κόστους, λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, επιβαρύνει ολόκληρη την παραγωγική αλυσίδα, από τη λειτουργία των μονάδων έως τη συσκευασία, τη συντήρηση και τη μεταφορά των προϊόντων. Οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν στη βελτίωση της αποδοτικότητάς τους και καταβάλλουν συστηματικές προσπάθειες για την απορρόφηση των αυξήσεων. Η συσσώρευση των επιβαρύνσεων, ωστόσο, περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια διατήρησης των τιμών στα υφιστάμενα επίπεδα. Η έκταση και ο χρόνος ενδεχόμενων αναπροσαρμογών θα εξαρτηθούν από την εξέλιξη του κόστους και τις συνθήκες της αγοράς».
«Σταθερή προτεραιότητα της ελληνικής ιχθυοκαλλιέργειας παραμένει η προσφορά ασφαλών προϊόντων υψηλής ποιότητας και διατροφικής αξίας, με υπευθυνότητα και συνέπεια απέναντι στους καταναλωτές και τους εμπορικούς συνεργάτες της», σημείωσε.




































