Με τη δημοσιονομική πρόοδο να λειτουργεί ως ισχυρό χαρτί, αλλά τις διαρθρωτικές αδυναμίες και τη διεθνή αβεβαιότητα να περιορίζουν τα περιθώρια αισιοδοξίας, η ελληνική οικονομία περνά την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου από το τελευταίο προγραμματισμένο τεστ των οίκων αξιολόγησης για το 2026. Η Fitch, η οποία κατατάσσει σήμερα την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB με σταθερές προοπτικές, καλείται να αποτιμήσει κατά πόσο η αποκλιμάκωση του χρέους και η ανθεκτικότητα της οικονομίας δικαιολογούν ένα επόμενο θετικό βήμα.
Η αξιολόγηση έρχεται ύστερα από ένα φθινόπωρο διαφορετικών ταχυτήτων. Η Scope προχώρησε σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας, Moody’s και DBRS βελτίωσαν τις προοπτικές, ενώ η S&P κράτησε αμετάβλητη τόσο τη βαθμολογία όσο και το outlook. Οι αποφάσεις αποτυπώνουν τη βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας, χωρίς να συνιστούν επιτάχυνση των αναβαθμίσεων.
Τι μπορεί να στηρίξει ένα θετικό βήμα
Στην πρόσφατη αποτίμησή της στις 14 Οκτωβρίου, η Fitch συνέδεσε την περαιτέρω βελτίωση της αξιολόγησης με τη διατηρήσιμη μείωση του δημόσιου χρέους, τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα και την ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων.
Ο οίκος εκτιμά ότι το δημόσιο χρέος μπορεί να προσεγγίσει το 120% του ΑΕΠ έως το 2030. Στα πλεονεκτήματα προσμετρά τη μεγάλη μέση διάρκεια αποπληρωμής, περίπου στα 19 χρόνια, και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα, που περιορίζουν τις ανάγκες αναχρηματοδότησης και επιτρέπουν πρόωρες αποπληρωμές.
Ωστόσο, παρά την υποχώρησή του, το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να βρίσκεται πολύ υψηλότερα από τα συνήθη επίπεδα των χωρών της κατηγορίας BBB. Η απόσταση αυτή εξηγεί γιατί η συνέχιση της δημοσιονομικής προσπάθειας παραμένει καθοριστική.
Οι κίνδυνοι που παραμένουν
Στην άλλη πλευρά της ζυγαριάς, η Fitch τοποθετεί το ενδεχόμενο δημοσιονομικής χαλάρωσης ή ενός εξωτερικού σοκ που θα έπληττε την ανάπτυξη και θα επιδείνωνε τις εξωτερικές ανισορροπίες. Για το 2026 αναμένει επιβράδυνση λόγω των επιπτώσεων του πολέμου ΗΠΑ–Ιράν, με την οικονομική δραστηριότητα να στηρίζεται από την τελευταία χρονιά της επενδυτικής ώθησης του NextGenerationEU.
Το ευρύτερο πρόβλημα είναι ότι η δημοσιονομική βελτίωση δεν εξαλείφει αυτομάτως τις αδυναμίες του παραγωγικού μοντέλου. Το επίμονο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών, οι περιορισμοί στην ανταγωνιστικότητα και οι καθυστερήσεις στην απονομή της Δικαιοσύνης εξακολουθούν να απασχολούν τους οίκους. Η διεθνής ενεργειακή αναταραχή καθιστά αυτές τις αδυναμίες ακόμη πιο κρίσιμες.
Τι έκαναν οι οίκοι το φθινόπωρο
Ο φθινοπωρινός κύκλος των αξιολογήσεων για την ελληνική οικονομία ξεκίνησε στις 4 Σεπτεμβρίου, όταν η Morningstar DBRS διατήρησε την Ελλάδα στη βαθμίδα BBB, βελτιώνοντας την τάση της αξιολόγησης από σταθερή σε θετική.
Ακολούθησε στις 18 Σεπτεμβρίου η Moody’s, η οποία επιβεβαίωσε την αξιολόγηση στο Baa3, το πρώτο σκαλοπάτι της επενδυτικής βαθμίδας, αναβαθμίζοντας τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές. Την ίδια ημέρα, η Scope Ratings προχώρησε ένα βήμα περισσότερο, αναβαθμίζοντας το ελληνικό αξιόχρεο σε BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές.
Στις 23 Οκτωβρίου, η S&P Global Ratings κράτησε στάση αναμονής, διατηρώντας την Ελλάδα στο BBB με σταθερές προοπτικές. Παρά την αναγνώριση των ισχυρών δημοσιονομικών επιδόσεων, δεν προχώρησε ούτε σε αναβάθμιση της βαθμολογίας ούτε σε βελτίωση του outlook.
Έτσι, η Fitch παραλαμβάνει τη σκυτάλη ύστερα από ένα φθινόπωρο με μία αναβάθμιση πιστοληπτικής βαθμίδας και δύο βελτιώσεις προοπτικών, κλείνοντας στις 6 Νοεμβρίου τον προγραμματισμένο κύκλο αξιολογήσεων της Ελλάδας για το 2026.
Άλλο οι θετικές προοπτικές, άλλο η αναβάθμιση
Η Citi διέκρινε περιθώρια βελτίωσης των προοπτικών από S&P και Fitch, εκτιμώντας όμως ότι η αναβάθμιση σε υψηλότερη βαθμίδα δύσκολα θα ερχόταν πριν από το 2027.
Η S&P τελικά δεν άλλαξε ούτε το outlook. Έτσι, το ενδιαφέρον μεταφέρεται στη Fitch περί του εάν θα διατηρήσει τη στάση αναμονής ή θα δώσει θετικό σήμα για τη συνέχεια. Η εκτίμηση της Citi αποτελεί σενάριο αναλυτών και προϋποθέτει πρόσθετες ενδείξεις ότι η δημοσιονομική πειθαρχία και οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.



































